27Μαρ

Γιατί δόθηκε παράταση στις δηλώσεις Πόθεν Έσχες και τι σηματοδοτεί απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του ΣτΕ

Γράφει ο Νικόλαος Σπύρου δικηγόρος Ροδόπης

 

Η πρόσφατη απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του ΣτΕ που προκάλεσε την παράταση υποβολής των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης απαντά στους εύλογους φόβους που εκφράζουν οι Ενώσεις Δικαστών και Εισαγγελέων της χώρας από τυχόν δημοσιοποίηση της περιουσιακής τους κατάστασης.
 

Φυσιολογικά η προθεσμία για  την ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, έληγε στις 15.1.2017.  Όμως η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας με την 373/2016 απόφασή της, έκανε δεκτή αίτηση αναστολής εκτέλεσης πέντε Ενώσεων Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών.

Με την αίτησή τους οι αιτούσες ενώσεις ζητούσαν να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ’ αριθ. 1846 οικ./13.10.2016 κοινής απόφασης των υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών, με θέμα «Τύπος και περιεχόμενο της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης (Δ.Π.Κ.) και της Δήλωσης Οικονομικών Συμφερόντων (Δ.Ο.Σ.) -Ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων αυτών» (ΦΕΚ Β’ 3300), που εκδόθηκε σε εξουσιοδότηση του αρθρ. 2 παρ.2 του Ν.3213/2003.

Στην αίτησή τους οι Ενώσεις Δικαστών και Εισαγγελέων, προβάλλουν ότι η ΚΥΑ που όρισε τον τύπο και το περιεχόμενο της Δ.Π.Κ. και της Δ.Ο.Σ. καθώς και οι σχετικές διατάξεις του Ν.3213/2003, είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα και ως εκ τούτου τυγχάνουν ανεφάρμοστες.
Να σημειωθεί ότι η προθεσμία για την ηλεκτρονική αποκλειστικά υποβολή των δηλώσεων καθορίστηκε αρχικά στις 15/10/2016 και μετά από παράταση στις 15/1/2017. Ενόψει όμως της εξέλιξης αυτής ο υπουργός αναγκάστηκε την Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017 να καταθέσει τροπολογία ώστε να παρατείνει την προθεσμία υποβολής μέχρι 13/4/2017. 

Επίσης να σημειωθεί ότι στην υποχρέωση υποβολής τέτοιων δηλώσεων που για πρώτη φορά γίνεται ηλεκτρονικά και είναι ευρύτατου φάσματος, γι’ αυτό και αποκαλείται ο «προάγγελος» του ηλεκτρονικού «περιουσιολογίου», υπάγονται και άλλοι δημόσιοι λειτουργοί, αιρετοί και ειδικές κατηγορίες δημόσιων υπαλλήλων, ο αριθμός των οποίων είναι σημαντικότατος και αυξάνεται έτι περαιτέρω, αν αναλογιστεί κανείς ότι μαζί με τους κατά νόμο υπόχρεους, υποβάλλουν τα περιουσιακά τους στοιχεία και οι σύζυγοι και τα ανήλικα τέκνα τους.  

Ως εκ τούτου η συγκεκριμένη απόφαση που είναι και ο προάγγελος της κύριας υπόθεσης που δικάστηκε ήδη στις 13/1/2017, είναι αρκούντως σημαντική και καταδεικνύει το μείζον ζήτημα, που κατ’ επέκταση θα αφορά και τους υπόλοιπους υπόχρεους της Δήλωσης, δημόσιους λειτουργούς και υπαλλήλους.

Στην προκειμένη περίπτωση, προβάλλεται η παραβίαση των Συνταγματικών Αρχών και της Αρχής του Κράτους Δικαίου είναι προφανής όταν Παραβιάζεται: 
α) η Αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, καθώς ο έλεγχος των δηλώσεων ανατίθεται με αντισυνταγματικό τρόπο σε Αρχή μη συγκροτούμενη κατά πλειοψηφία από δικαστές, 
β) η Αρχή της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών, 
γ) η Αρχή της ισότητας, καθώς για άλλους δικαστές (των ανωτάτων δικαστηρίων) προβλέπεται ο έλεγχος των δηλουμένων στοιχείων και η επισύναψη των στοιχείων που μεταβάλλονται (συμβόλαια, κ.λπ.), ενώ για όλους τους άλλους (υπολοίπων βαθμίδων) προβλέπεται ο δειγματοληπτικός έλεγχος και η μη επισύναψη των εγγράφων που επιφέρουν μεταβολές περιουσιακής κατάστασης, κ.λπ. 
δ) η Αρχή της αναλογικότητας λόγω των προβλεπομένων δυσανάλογων μεγάλων κυρώσεων για πιθανές άθελες μικροπαραλείψεις και λάθη κατά την υποβολή των δηλώσεων, όπως είναι και μεταξύ των άλλων, για μη επισύναψη αντιγράφων από τις μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης 
ε) η Αρχή της προστασίας των προσωπικών δεδομένων λόγω της υποχρέωσης δήλωσης των χρημάτων (άνω των 15.000 ευρώ) και των αντικειμένων μεγάλης αξίας (άνω των 30.000 ευρώ) που έχουν οι δικαστές εκτός των Τραπεζών και λόγω του κινδύνου διαρροής και δημοσιοποίησης των προσωπικών δεδομένων και στοιχείων τους και 
στ) η Αρχή της βεβαιότητας του φόρου, γιατί θα πρέπει οι δικαστές να προσλάβουν και να καταβάλουν αμοιβή σε ειδικό εκτιμητή, προκειμένου να αποτιμηθεί η αξία των κινητών περιουσιακών τους στοιχείων για τα οποία δεν υπάρχουν παραστατικά.

Τέλος, προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη κοινή υπουργική απόφαση δεν περιλαμβάνει οδηγίες συμπλήρωσης των πεδίων της Δ.Π.Κ. ούτε επεξηγηματικούς πίνακες και, κατά τούτο, είναι αόριστη, ενώ προβλέπει στο άρθρο 9 παρ. 3 ότι γενικές οδηγίες και επεξηγήσεις για τη συμπλήρωση και υποβολή των Δ.ΤΤ.Κ. εκδίδονται από τα αρμόδια όργανα ελέγχου, ανά κατηγορία υπόχρεων, παρέχοντας στα όργανα αυτά αρμοδιότητα που δεν προβλέπει ο νόμος.

Επίσης ως προς την αναγκαιότητα λήψεις των μέτρων αναστολής, προβάλλουν ότι υποχρεούνται να υποβάλουν δηλώσεις μέχρι τις 15.1.2017 συνεπώς, θα υποβάλουν μετά βεβαιότητας προς έλεγχο (υποχρεωτικό ή δειγματοληπτικό κατά περίπτωση) τις δηλώσεις σε όργανο απαρτιζόμενο από πρόσωπα που δεν απολαμβάνουν εγγυήσεων προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και περιλαμβάνοντας σε αυτές απόρρητα στοιχεία της περιουσιακής τους κατάστασης, αλλά και εξόχως σημαντικά στοιχεία της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής. Επίσης, ενδέχεται να υποστούν δυσανάλογα αυστηρές κυρώσεις σε περίπτωση υποβολής ελλιπών δηλώσεων. Η βλάβη δε των δικαστικών λειτουργών, σε βάρος των οποίων θα διατυπωθεί μομφή για την εντιμότητα και την ακεραιότητα τους, είναι ανεπανόρθωτη, ή, εν πάση περιπτώσει, δυσχερώς επανορθώσιμη, ακόμη και αν η μομφή αυτή αρθεί τελικά με δικαστική απόφαση. Τέλος, τονίζουν τον άμεσο κίνδυνο διαρροής των στοιχείων της περιουσιακής κατάστασης των δικαστικών λειτουργών, η οποία, αν συντελεσθεί, είναι αδύνατο να επανορθωθεί σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η αίτηση ακυρώσεως. Επικαλούνται δε, μεταξύ άλλων, την 98/2013 απόφαση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους 150.000 ευρώ στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων για παραβίαση της υποχρέωσης της να λάβει τα κατάλληλα μέτρα ασφάλειας, με αποτέλεσμα τη διαρροή δεδομένων που αφορούν το σύνολο σχεδόν των φορολογουμένων στην Χώρα μας.
Η Επιτροπή Αναστολών του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Χώρας, έκρινε ότι η άμεση ηλεκτρονική υποβολή των Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. στο προβλεπόμενο από το άρθρο 7Α παρ. 3 του ν. 3691/2008 συλλογικό όργανο, το οποίο είναι επιφορτισμένο με τον έλεγχο τους και το οποίο πάντως δεν συγκροτείται, κατά πλειοψηφία τουλάχιστον, από δικαστικούς λειτουργούς, απολαμβάνοντες εγγυήσεων προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας κατά το άρθρο 87 του Συντάγματος, είναι δυνατόν, εν όψει των ιδιαίτερα σοβαρών, κατά τα ήδη εκτεθέντα, συνεπειών που μπορεί εν γένει να επιφέρει στο πρόσωπο και την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών, να προξενήσει σ’ αυτούς βλάβη μη επανορθώσιμη σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η αίτηση ακυρώσεως. Εξάλλου, ούτε το Δημόσιο προβάλλει, ούτε προκύπτει ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημόσιου συμφέροντος που επιβάλλουν την άμεση εκτέλεση της προσβαλλομένης απόφασης όσον αφορά την υποβολή Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. από τους δικαστικούς λειτουργούς για το έτος 2016 (χρήση 2015). Ενόψει τούτων, καθώς και του προσδιορισμού σύντομης δικασίμου της αίτησης ακυρώσεως, η Επιτροπή κρίνει ότι πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να διαταχθεί ως κατάλληλο μέτρο η αναστολή της υποχρέωσης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών να υποβάλουν Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. έτους 2016 (χρήση 2015) μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της εκκρεμούς αίτησης ακυρώσεως. Η αναστολή δε αυτή καταλαμβάνει, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία το υπόχρεο πρόσωπο είναι δικαστικός λειτουργός, και την περίπτωση κατά την οποία δικαστικός λειτουργός είναι σύζυγος προσώπου που υπέχει αυτοτελή υποχρέωση υποβολής δήλωσης, υπό την έννοια ότι στις Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. του αυτοτελώς υπόχρεου προσώπου δεν θα περιλαμβάνονται και τα αντίστοιχα στοιχεία του δικαστικού λειτουργού. 

Δεν γεννάται αμφιβολία ότι η ανωτέρω δικαστική απόφαση έχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και απαντά στους εύλογους φόβους που εκφράζουν οι Ενώσεις Δικαστών και Εισαγγελέων της Χώρας από τυχόν δημοσιοποίηση της περιουσιακής τους κατάστασης. 
Η τήρηση των Συνταγματικών αρχών και κανόνων, προέχει στον τομέα της Δικαιοσύνης σ’ ότι ειδικά αφορά τους έμψυχους φορείς του, οι οποίοι δικαιούνται την προστασία και την προσοχή της Πολιτείας, όταν αυτή επιχειρεί μέσα σε όσα τινά (και δεινά) συμβαίνουν στις μέρες μας, να διασφαλίσει την Διαφάνεια σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής του τόπου. 

Είναι γνωστό ότι είναι εφικτή (όχι φυσικά από οποιονδήποτε και για οτιδήποτε) η δημοσιοποίηση των ηλεκτρονικών δεδομένων που αφορούν προσωπικά δεδομένα ακόμη και απόρρητα στρατιωτικά και δημόσια έγγραφα ή συνομιλίες (πρβλ. τις διαρροές απόρρητων εγγράφων στα Wikileaks, την υπόθεση Snowden κ.α.). Έτσι αν κάποιος με εγκληματική συμπεριφορά θέλει να συλλέξει πληροφορίες για τον δικαστή που θα τον δικάσει ή που δίκασε την υπόθεση του, αυτό καθίσταται πλέον απολύτως ευχερές. Ο κίνδυνος είναι ακριβώς ο ίδιος από την αποκάλυψη των στοιχείων οργάνων των υπηρεσιών που προασπίζουν την εθνική και την κοινωνική ασφάλεια.

Αναλογικά βεβαίως τα ίδια ισχύουν με το αντίστοιχο μέτρο και για τους υπόλοιπους υπόχρεους δημόσιους λειτουργούς  και υπαλλήλους που υπάγονται στην υποχρέωση ηλεκτρονικής υποβολής Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ., για τους οποίους επίσης θα μπορούσε να επεκταθεί και να ισχύσει, η δικαστική απόφαση στην περίπτωση που ακυρωθεί η προσβαλλόμενη ΚΥΑ με την απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου που αναμένεται να εκδοθεί σύντομα.