Ν.4065/2012 : Τροποποίηση του ν. 3213/2003 «Δήλωση και έλεγχος περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημοσίων λειτουργών, ιδιοκτητών MMΕ και άλλων κατηγοριών προσώπων» και άλλες διατάξεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ                 
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Ν. 3213/2003

Άρθρο 1
1. Η περίπτωση ια΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
«ια. Οι δικαστικοί και οι εισαγγελικοί λειτουργοί, καθώς επίσης τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.»
2. Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 3213/2003 (ΦΕΚ 309 Α΄), που προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ν. 3327/2005 (ΦΕΚ 70 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής:
«Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου συνοδεύεται από αντίγραφο της φορολογικής του δήλωσης για το προηγούμενο οικονομικό έτος και αντίγραφο του τελευταίου Εντύπου Ε9 που υποβλήθηκε στην αρμόδια ΔΟΥ.»
3. Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
«β. Το αντίστοιχο περιεχόμενο του ειδικού εντύπου των δηλώσεων, για τα λοιπά υπόχρεα πρόσωπα, καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το έντυπο υπόκειται σε ηλεκτρονική επεξεργασία από αυτοτελή ειδική βάση δεδομένων, που εγκαθίσταται για το σκοπό αυτόν.»
4. Στο άρθρο 3 του ν. 3213/2003 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:
«6. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μπορεί να ζητά από την Επιτροπή της παραγράφου 2 να διενεργεί έλεγχο σε συγκεκριμένα πρόσωπα τα οποία υποχρεούνται να υποβάλλουν δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 1, όταν υπάρχει σε βάρος τους επώνυμη καταγγελία, η οποία υποβάλλεται απευθείας στον Υπουργό από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή από Ανεξάρτητες Αρχές ή από ελεγκτικά σώματα της δημόσιας διοίκησης ή όταν με οποιονδήποτε τρόπο δημοσιοποιούνται στοιχεία σε βάρος τους. Όταν η διεξαγωγή του ελέγχου στηρίζεται σε προηγούμενη καταγγελία, τηρείται η ανωνυμία του καταγγέλλοντος.»
5. Τα άρθρα 8 έως 12 του ν. 3213/2003 αναριθμούνται σε 14 έως 18, τα άρθρα 4 έως 7 καταργούνται και στον ίδιο νόμο προστίθενται με τα άρθρα 2 έως 11 του παρόντος νέα άρθρα 4 έως 13.
6. Στο άρθρο 14 (πρώην άρθρο 8) του ν. 3213/2003, όπως αναριθμήθηκε με την προηγούμενη παράγραφο, προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
«5. Ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη μπορεί να ζητά από τις αρμόδιες κατά περίπτωση Υπηρεσίες να διενεργούν έλεγχο συγκεκριμένων υπόχρεων σε υποβολή δήλωσης αστυνομικών και λιμενικών, όταν υπάρχει επώνυμη καταγγελία σε βάρος τους η οποία υποβάλλεται απευθείας στον Υπουργό από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή από Ανεξάρτητες Αρχές ή από ελεγκτικά σώματα της δημόσιας διοίκησης ή όταν με οποιονδήποτε τρόπο δημοσιοποιούνται στοιχεία σε βάρος τους. Όταν η διεξαγωγή του ελέγχου στηρίζεται
σε προηγούμενη καταγγελία, τηρείται η ανωνυμία του καταγγέλλοντος.»

Άρθρο 2
Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 4 ως εξής:
«Άρθρο 4
Παράνομος πλουτισμός
1. Υπόχρεος σε δήλωση, ο οποίος επωφελούμενος από την ιδιότητά του αποκτά ή προσπορίζει σε τρίτον αθέμιτο περιουσιακό όφελος, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο
(1.000.000) ευρώ.
2. Ο υπαίτιος των παραπάνω πράξεων τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) ευρώ:
(α) αν το αποκτηθέν ή προσπορισθέν αθέμιτο περιουσιακό όφελος υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, ή
(β) αν ενεργεί κατ’ επάγγελμα ή είναι υπότροπος.
3. Με τις ποινές των παραγράφων 1 και 2 τιμωρούνται και οι τρίτοι που πορίζονται το αθέμιτο όφελος που προκύπτει από τα αδικήματα των παραγράφων 1 και 2 εν γνώσει της τέλεσης αυτών από τον υπόχρεο σε δήλωση.
4. Οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται, εφόσον η πράξη του υπόχρεου σε δήλωση ή του τρίτου δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.»

Άρθρο 3
Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 5 ως εξής:
«Άρθρο 5
Προσφορά για άσκηση επιρροής
1. Όποιος αξιώνει, λαμβάνει ή δέχεται υπόσχεση οικονομικού ανταλλάγματος για τον ίδιο ή τρίτο, προκειμένου ο ίδιος ή ο τρίτος να ασκήσει επιρροή σε πρόσωπο υπόχρεο σε δήλωση ώστε να λάβει απόφαση που ανάγεται στα υπηρεσιακά του καθήκοντα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή από δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ έως επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (750.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και αυτός που υπόσχεται ή προσφέρει οικονομικό αντάλλαγμα σε άλλον, προκειμένου αυτός που το λαμβάνει ή τρίτος να ασκήσει επιρροή σε πρόσωπο υπόχρεο σε δήλωση ώστε να λάβει απόφαση που ανάγεται στα υπηρεσιακά του καθήκοντα. Σε κάθε
περίπτωση, είναι αδιάφορο αν η επιρροή ασκήθηκε ή όχι ή αν η επιρροή που ασκήθηκε οδηγεί ή όχι στο σκοπούμενο αποτέλεσμα.
2. Εάν η αξία των ανταλλαγμάτων υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ ή αν ο υπαίτιος ενεργεί κατ’ επάγγελμα ή είναι υπότροπος, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) ευρώ.»

Άρθρο 4
Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 6 ως εξής:
«Άρθρο 6
Μη υποβολή ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης
1. Υπόχρεος σε δήλωση που παραλείπει να υποβάλλει δήλωση ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή δήλωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.
2. Ο υπαίτιος των παραπάνω πράξεων τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, αν η συνολική αξία της αποκρυπτόμενης περιουσίας του ιδίου και των λοιπών προσώπων για
τα οποία αυτός οφείλει να υποβάλει δήλωση υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριακοσίων (300.000) χιλιάδων ευρώ, ανεξαρτήτως αν η απόκρυψη επιχειρείται με τη μη υποβολή δήλωσης ή την υποβολή ελλιπούς ή ανακριβούς δήλωσης.
3. Αν οι πράξεις της παραγράφου 1 τελέστηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ.»

Άρθρο 5
Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 7 ως εξής:
«Άρθρο 7
Παρακώλυση ελέγχου – Μη σύννομη δημοσίευση δήλωσης
1. Τρίτος, ο οποίος αρνείται την παροχή στοιχείων και πληροφοριών, καθώς και όποιος παρεμποδίζει με οποιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο που διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών.
2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος δημοσιεύει τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης υπόχρεου ή υπόχρεων προσώπων με τρόπο που αντιβαίνει στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 2.»

Άρθρο 6
Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 8 ως εξής:
«Άρθρο 8
Συμμετοχή σε εξωχώρια εταιρεία
1. Στα μέλη της Κυβέρνησης, στους Υφυπουργούς, στους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στο Εθνικό ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στους βουλευτές και ευρωβουλευτές, στον γενικό γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, στους γενικούς και
ειδικούς γραμματείς Υπουργείων, στους γενικούς γραμματείς περιφερειών, στους προέδρους των διευρυμένων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, στους νομάρχες και τους δημάρχους, στους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, στους προέδρους, διοικητές, υποδιοικητές και γενικούς διευθυντές πιστωτικών ιδρυμάτων, που ελέγχονται από το κράτος, καθώς επίσης στα πρόσωπα των περιπτώσεων θ΄ και ι΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 απαγορεύεται να συμμετέχουν είτε οι ίδιοι είτε με παρένθετα πρόσωπα στο κεφάλαιο ή στη διοίκηση εξωχώριων εταιρειών.
2. Η κατά παράβαση της παραγράφου 1 άμεση ή έμμεση συμμετοχή σε εξωχώρια εταιρεία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.»

Άρθρο 7
Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 9 ως εξής:
«Άρθρο 9
Γενικές ποινικές διατάξεις
1. Όπου στις διατάξεις των προηγούμενων άρθρων προβλέπεται αθροιστικά ποινή στερητική της ελευθερίας και χρηματική, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 83 περ. ε΄ του Ποινικού Κώδικα.
2. Στον υπαίτιο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 4, 5, 6 παράγραφοι 1 και 2 και 8 παράγραφος 2 επιβάλλεται και αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, αν η ποινή είναι φυλάκιση, και από δύο (2) έως δέκα (10) έτη, αν η
ποινή είναι κάθειρξη. Η έκπτωση του υπαιτίου από το αιρετό δημόσιο, δημοτικό ή κοινοτικό αξίωμα ή τη δημόσια, δημοτική ή κοινοτική θέση που κατέχει, ως συνέπεια της αποστέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων, επέρχεται αυτοδικαίως μόλις η καταδικαστική απόφαση
καταστεί αμετάκλητη και δεν μπορεί να αποκλειστεί με εφαρμογή του άρθρου 64 του Ποινικού Κώδικα.
3.α. Τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν προϊόν κάποιου από τα αδικήματα των άρθρων 4 και 5 ή που αποκτήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από προϊόν τέτοιων αδικημάτων δημεύονται με την καταδικαστική απόφαση.
Αν τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία έχουν αναμιχθεί με περιουσία που αποκτήθηκε από νόμιμες πηγές, η περιουσία αυτή υπόκειται σε δήμευση μέχρι την καθορισμένη αξία των αναμειχθέντων περιουσιακών στοιχείων.
Το εισόδημα ή άλλα οφέλη που προέρχονται από την αξιοποίηση του προϊόντος κάποιου από τα αδικήματα των άρθρων 4 και 5 ή από περιουσία που αποκτήθηκε με τα προϊόντα αυτά ή από περιουσία με την οποία έχουν αυτά αναμιχθεί, υπόκεινται επίσης σε δήμευση στον ίδιο βαθμό, όπως τα προϊόντα του αδικήματος.
β. Τα περιουσιακά στοιχεία που δεν δηλώθηκαν στην περίπτωση κάποιου από τα αδικήματα των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 6 δημεύονται με την καταδικαστική απόφαση, εκτός αν ο υπαίτιος αποδεικνύει τη νόμιμη προέλευσή τους.
γ. Το μερίδιο συμμετοχής που ανήκει άμεσα ή έμμεσα στον υπαίτιο του αδικήματος της παραγράφου 2 του άρθρου 8 και τα προϊόντα, το εισόδημα ή τα άλλα οφέλη που αποκτήθηκαν από το μερίδιο αυτό ή τη συμμετοχή στη διοίκηση της εξωχώριας εταιρείας δημεύονται
υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση.
δ. Αν τα περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, δεν υπάρχουν πλέον, δεν έχουν βρεθεί, δεν είναι δυνατόν να κατασχεθούν ή ανήκουν σε τρίτο σε βάρος του οποίου δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί δήμευση, δημεύονται περιουσιακά
στοιχεία του υπαιτίου ίσης αξίας με αυτά κατά το χρόνο της καταδικαστικής απόφασης, όπως προσδιορίζονται από το δικαστήριο. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει και χρηματική ποινή μέχρι το ποσό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, αν κρίνει ότι δεν υπάρχουν πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία για δήμευση ή τα υπάρχοντα υπολείπονται της αξίας των υποκειμένων σε δήμευση.
4. Η διάταξη του άρθρου 263Β του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζεται και στα εγκλήματα των άρθρων 4, 5 και 8 παρ. 2 του παρόντος νόμου.»

Άρθρο 8
Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 10 ως εξής:
«Άρθρο 10
Ποινική διαδικασία
1. Για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 8, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 62, 85 και 86 παράγραφοι 1 και 2 του Συντάγματος, του Κανονισμού της Βουλής και του νόμου για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, η ποινική δίωξη ασκείται
από τον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών και ενεργείται απευθείας ανάκριση στο Εφετείο, ύστερα από παραγγελία του εισαγγελέα και ορισμό του εφέτη ανακριτή από την Ολομέλεια του οικείου Εφετείου.
Προς το σκοπό αυτόν, στην αρχή κάθε δικαστικού έτους, η Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών ορίζει δύο εφέτες ανακριτές, με τους αναπληρωτές τους, και η Ολομέλεια των υπολοίπων Εφετείων της χώρας έναν εφέτη ανακριτή, με τον αναπληρωτή του. Για την κατηγορία, εφόσον αυτή έχει χαρακτήρα κακουργήματος, αποφαίνεται το συμβούλιο εφετών σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.
2. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των πράξεων αυτών είναι το τριμελές εφετείο σε πρώτο βαθμό και το πενταμελές εφετείο σε δεύτερο βαθμό.
3. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.»

Άρθρο 9
Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 11 ως εξής:
«Άρθρο 11
Δέσμευση και απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων
1. Όταν η τακτική ανάκριση αφορά κάποιο από τα αδικήματα των άρθρων 4, 5, 6 παράγραφοι 1 και 2 και του άρθρου 8, μπορεί ο ανακριτής, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, να απαγορεύσει την κίνηση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, καθώς και το άνοιγμα των θυρίδων θησαυροφυλακίου του κατηγορουμένου, έστω και κοινών οποιουδήποτε είδους με άλλο πρόσωπο, εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι λογαριασμοί, οι τίτλοι, τα  χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή οι θυρίδες περιέχουν περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να υπαχθούν σε δήμευση σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 9. Σε περίπτωση διεξαγωγής προκαταρκτικής εξέτασης, η απαγόρευση της κίνησης των
λογαριασμών, τίτλων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή του ανοίγματος των θυρίδων μπορεί να διαταχθεί από το δικαστικό συμβούλιο. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα του συμβουλίου επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορούμενου ή του τρίτου, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο, χρηματοπιστωτικό προϊόν ή θυρίδα και
επιδίδεται στον κατηγορούμενο και στο νόμιμο εκπρόσωπο του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού ή στον διευθυντή του υποκαταστήματος του τόπου όπου εδρεύει ο ανακριτής ή ο εισαγγελέας. Σε περίπτωση κοινών λογαριασμών, τίτλων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή κοινής θυρίδας, επιδίδεται και στον τρίτο.
2. Η απαγόρευση της προηγούμενης παραγράφου ισχύει από τη χρονική στιγμή της επίδοσης στο πιστωτικό ίδρυμα ή στο χρηματοπιστωτικό οργανισμό της διάταξης του ανακριτή ή του βουλεύματος. Από τότε απαγορεύεται το άνοιγμα της θυρίδας και είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου εκταμίευση χρημάτων από το λογαριασμό ή εκποίηση τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Διευθυντικό στέλεχος ή υπάλληλος
του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή.
3. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, ο ανακριτής ή το δικαστικό συμβούλιο μπορεί να διατάξει την απαγόρευση εκποίησης ορισμένου ακινήτου του κατηγορουμένου. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου και επιδίδεται στον κατηγορούμενο και στον προϊστάμενο του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου ή κτηματολογικού γραφείου, ο οποίος υποχρεούται να προβεί την ίδια ημέρα σε σχετική σημείωση στα οικεία βιβλία και να αρχειοθετήσει το έγγραφο που του κοινοποιήθηκε. Κάθε δικαιοπραξία, υποθήκη, κατάσχεση ή άλλη πράξη που εγγράφεται στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου ή κτηματολογικού γραφείου μετά την εγγραφή της πιο πάνω σημείωσης είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου.
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
4. Ο κατηγορούμενος, σε βάρος του οποίου διενεργείται προκαταρκτική εξέταση και ο τρίτος δικαιούνται να ζητήσουν την άρση της διάταξης του ανακριτή ή την ανάκληση του βουλεύματος, με αίτηση που απευθύνεται προς το δικαστικό συμβούλιο και κατατίθεται στον ανακριτή ή στον εισαγγελέα, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την επίδοση σε αυτόν τις διάταξης ή του βουλεύματος. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διάταξης ή του βουλεύματος. Η διάταξη ή το βούλευμα μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε,αν προκύψουν νέα στοιχεία.»

Άρθρο 10
Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 12 ως εξής:
«Άρθρο 12
Καταλογισμός
Εις βάρος του ελεγχομένου καταλογίζεται χρηματικό ποσό ίσης αξίας με το περιουσιακό όφελος, το οποίο απέκτησε ο ίδιος, ο/η σύζυγός του ή ανήλικο τέκνο του, εφόσον η προέλευση του περιουσιακού οφέλους δεν δικαιολογείται. Ο καταλογισμός γίνεται υπέρ του Δημοσίου από το αρμόδιο τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου,σ ύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.»

Άρθρο 11
1. Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 13 ως εξής:
«Άρθρο 13
Περιορισμοί διενέργειας χρηματιστηριακών συναλλαγών
1. Οι περιορισμοί των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 32 του ν. 2843/2000 (ΦΕΚ 219 Α΄) επεκτείνονται στους βουλευτές και ευρωβουλευτές, στον γενικό γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, στους γενικούς γραμματείς περιφερειών, στους προέδρους των διευρυμένων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, στους νομάρχες και στους δημάρχους, καθώς επίσης στα πρόσωπα των περιπτώσεων θ΄, ι΄ και ια΄ της παραγράφου 1 του παρόντος νόμου. Στους ίδιους περιορισμούς υπόκεινται οι πρόεδροι, οι διοικητές, οι υποδιοικητές και οι γενικοί διευθυντές πιστωτικών ιδρυμάτων που ελέγχονται από το κράτος, όταν ενεργούν ατομικά, καθώς και για λογαριασμό των συζύγων και των ανήλικων τέκνων τους.
2. Ως επιτροπές κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 32 του ν. 2843/2000 θεωρούνται οι αντίστοιχες των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ

Άρθρο 12
Το άρθρο 238 ΠΚ αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 238
Δήμευση
1. Στις περιπτώσεις των άρθρων 235, 236 και 237 η απόφαση διατάσσει να δημευτούν τα δώρα και όποια άλλα περιουσιακά στοιχεία δόθηκαν, καθώς και εκείνα που αποκτήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτά. Αν τα εν λόγω προϊόντα έχουν αναμιχθεί με περιουσία που
αποκτήθηκε από νόμιμες πηγές, η σχετική περιουσία υπόκειται σε δήμευση μέχρι την καθορισμένη αξία του αναμειχθέντος προϊόντος. Το εισόδημα ή άλλα οφέλη που απορρέουν από τα εν λόγω προϊόντα, από περιουσία που αποκτήθηκε με τα εν λόγω προϊόντα ή από περιουσία με την οποία έχουν αυτά αναμιχθεί υπόκεινται επίσης σε δήμευση στον ίδιο βαθμό, όπως τα προϊόντα του αδικήματος.
2. Αν τα περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, δεν υπάρχουν πλέον, δεν έχουν βρεθεί, δεν είναι δυνατόν να κατασχεθούν ή ανήκουν σε τρίτον, σε βάρος του οποίου δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί δήμευση, δημεύονται
περιουσιακά στοιχεία του υπαιτίου ίσης αξίας με αυτά κατά το χρόνο της καταδικαστικής απόφασης, όπως την προσδιορίζει το δικαστήριο. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει και χρηματική ποινή μέχρι το ποσό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, αν κρίνει ότι δεν υπάρχουν πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία για δήμευση ή τα υπάρχοντα υπολείπονται της αξίας των υποκειμένων σε δήμευση.»

Άρθρο 13
Το άρθρο 252 ΠΚ αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 252
Παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου
1. Ο υπάλληλος που εκτός από τις περιπτώσεις των άρθρων 248, 249, 250 και 251, παραβαίνοντας τα καθήκοντά του, γνωστοποιεί σε άλλον:
α) πράγμα, το οποίο γνωρίζει μόνο λόγω της υπηρεσίας του ή
β) έγγραφο που είναι εμπιστευμένο ή προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, αν τέλεσε κάποια από τις πράξεις αυτές με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών.
2. Όποιος, υπηρετώντας με οποιαδήποτε σχέση στο Πολιτικό Γραφείο του Πρωθυπουργού, των Υπουργών ή των Υφυπουργών, όπως ιδίως με την ιδιότητα ειδικού συνεργάτη, ειδικού συμβούλου, μετακλητού διοικητικού υπαλλήλου, αποσπασμένου ή με ανάθεση καθηκόντων
υπαλλήλου, εργαζομένου με σύμβαση έργου ή και ως μέλος ομάδων εργασίας ή επιτροπών, γνωστοποιεί σε άλλον: α) πληροφορία την οποία γνωρίζει μόνο λόγω της υπηρεσίας του ή β) έγγραφο που του είναι εμπιστευμένο ή προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν ενεργεί με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος ή για να βλάψει το κράτος ή άλλον, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή από εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.
3. Με τις ποινές των προηγούμενων παραγράφων τιμωρείται και ο τρίτος, ο οποίος χρησιμοποιεί την πληροφορία ή το έγγραφο εν γνώσει της προέλευσής του, με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος ή για να βλάψει το κράτος ή άλλον.
Δεν αποτελεί άδικη πράξη, η χρησιμοποίηση, εντός του αναγκαίου μέτρου, της πληροφορίας ή του εγγράφου, που γίνεται για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος της ενημέρωσης της κοινής γνώμης.»

Άρθρο 14
Στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων
1. Το άρθρο 263 ΠΚ αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 263
1. Στον υπάλληλο που καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης για κάποια από τις πράξεις των άρθρων 235 μέχρι και 261, επιβάλλεται πρόσκαιρη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, εκτός αν το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει διαφορετικά.
Ειδικά, η έκπτωση του υπαιτίου από τη θέση ή το αξίωμα που κατείχε, ως συνέπεια της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, επέρχεται αυτοδικαίως μόλις η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και δεν μπορεί να αποκλειστεί με εφαρμογή του άρθρου 64. Στον τρίτο που καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών για κάποια από τις πράξεις των άρθρων 235 μέχρι 261 μπορεί συγχρόνως το δικαστήριο να απαγγείλει και πρόσκαιρη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων (άρθρο 61).
2. Η διάταξη του άρθρου 238 εφαρμόζεται αναλόγως σε όλα τα εγκλήματα των άρθρων 239 έως 261, εφόσον έχουν εξασφαλίσει στους υπαιτίους περιουσιακά οφέλη.»
2. Στο άρθρο 159 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου δεύτερου του ν. 3666/2008 (ΦΕΚ 105 Α΄), προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«4. Οι διατάξεις των άρθρων 238, 263 παρ. 1 και 263Β έχουν εφαρμογή και στα εγκλήματα των προηγούμενων παραγράφων.»

Άρθρο 15
1. Στον Ποινικό Κώδικα (Π.Δ.283/1985) προστίθεται άρθρο 263Β ως εξής:
«Άρθρο 263Β
Μέτρα προστασίας και επιείκειας για όσους συμβάλλουν στην αποκάλυψη πράξεων διαφθοράς
1. Αν ο υπαίτιος των πράξεων των άρθρων 236 παράγραφοι 1 και 2 και 237 παράγραφος 3 ή ο συμμέτοχος στις πράξεις των άρθρων 235, 237 παράγραφοι 1 και 2 και 239 έως 261 καθώς και του άρθρου 390, όταν τελείται από υπάλληλο, συμβάλλει ουσιωδώς, με αναγγελία στην αρχή, στην αποκάλυψη της συμμετοχής στις πράξεις αυτές υπαλλήλου ή δικαστικού λειτουργού, τιμωρείται με ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 44 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 99 επόμενα. Το συμβούλιο Πλημμελειοδικών με βούλευμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του
Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών διατάσσει την αναστολή της ασκηθείσης ποινικής δίωξης κατά του υπαιτίου για ορισμένο χρονικό διάστημα, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η αλήθεια των προσφερόμενων στοιχείων. Την αναστολή της δίωξης μπορεί να διατάξει και το δικαστήριο,
εφόσον τα στοιχεία προσφέρονται μέχρι την έκδοση απόφασης σε δεύτερο βαθμό. Αν μετά την αναστολή της ποινικής δίωξης προκύψει ότι τα προσφερθέντα από τον υπαίτιο στοιχεία δεν ήταν επαρκή για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του υπαλλήλου ή του δικαστικού λειτουργού, το σχετικό βούλευμα ή απόφαση ανακαλείται και συνεχίζεται κατά του υπαιτίου η ανασταλείσα ποινική δίωξη.
2. Υπάλληλος, υπαίτιος για την τέλεση των πράξεων των άρθρων 235 έως 261, καθώς και του άρθρου 390 ή συμμέτοχος στις πράξεις αυτές, ο οποίος συμβάλλει ουσιωδώς με αναγγελία στην αρχή, στην αποκάλυψη της συμμετοχής στις πράξεις αυτές άλλων υπαλλήλων,
τιμωρείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, εφόσον το πρόσωπο που καταγγέλλεται κατέχει θέση σημαντικά υπερέχουσα της δικής του και ο ίδιος μεταβιβάζει στο Δημόσιο όλα τα περιουσιακά στοιχεία που έχει αποκτήσει, αμέσως ή εμμέσως, από
την τέλεση ή τη συμμετοχή στην τέλεση των πιο πάνω εγκλημάτων.
3. Αν κάποιος από τους υπαιτίους των εγκλημάτων των άρθρων 235 έως 261 και 390 ή πράξεων νομιμοποίησης εσόδων που προέρχονται άμεσα από τις συγκεκριμένες εγκληματικές δραστηριότητες, προσφέρει αποδεικτικά στοιχεία για τη συμμετοχή στις πράξεις αυτές ατόμων που διατελούν ή διατέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί, το δικαστικό συμβούλιο, με βούλευμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης και την αμελλητί παραπομπή της δικογραφίας στη Βουλή. Την παραπάνω αναστολή μπορεί να διατάξει και το δικαστήριο, εφόσον τα στοιχεία προσφέρονται μέχρι την έκδοση απόφασης σε
δεύτερο βαθμό. Με το ίδιο βούλευμα ή απόφαση μπορεί να διαταχθεί και η άρση ή η αντικατάσταση των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού που έχουν ταχθεί.
Εάν η Βουλή κρίνει, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 86 του Συντάγματος, ότι τα στοιχεία δεν είναι επαρκή για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος Υπουργού ή Υφυπουργού, το βούλευμα ή η απόφαση ανακαλείται και η ανασταλείσα ποινική δίωξη συνεχίζεται. Εάν η Βουλή αποφασίσει την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος Υπουργού ή Υφυπουργού κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος, σε περίπτωση καταδίκης από το Ειδικό Δικαστήριο, ο κατά το προηγούμενο εδάφιο συμμέτοχος που προσέφερε τα αποδεικτικά
στοιχεία τιμωρείται με ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 44 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1.
4. Εάν η κίνηση της ποινικής διαδικασίας δεν είναι δυνατή λόγω παραγραφής του αδικήματος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 86 του Συντάγματος, στον κατηγορούμενο επιβάλλεται ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 44 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 99 επόμενα, εφόσον:
α) στην ίδια Βουλευτική Περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας επήλθε η παραγραφή και το αργότερο έως το πέρας της πρώτης τακτικής Συνόδου της επόμενης Βουλευτικής Περιόδου, συσταθεί εξεταστική επιτροπή, και
β) η επιτροπή κρίνει τα προσφερόμενα στοιχεία επαρκή.
Η εξεταστική επιτροπή αποφασίζει, αφού λάβει υπόψη της εισήγηση Εφέτη, στον οποίο ανατέθηκε έρευνα για τη διαπίστωση της επάρκειας των στοιχείων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 6 του άρθρου 147 του Κανονισμού της Βουλής.»
2. Υπάλληλος ο οποίος καταγγέλλει την τέλεση κάποιου από τα εγκλήματα των άρθρων 235 έως 261 του Ποινικού Κώδικα και με βάση την καταγγελία του ασκείται ποινική δίωξη σε βάρος ενός ή περισσότερων υπαλλήλων, μπορεί, μετά από αίτημά του να μεταταχθεί,κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων με απόφαση του οικείου Υπουργού και του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, σε οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία, εφόσον υπάρχουν σε αυτή κενές οργανικές θέσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ
ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Άρθρο 16
1. Στο τέλος του άρθρου 35 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν.3160/2003 (ΦΕΚ 165 Α΄), προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Στα εγκλήματα των άρθρων 235 έως 261 του Ποινικού Κώδικα, όταν τελούνται με δόλο και συναρτώνται με την επιδίωξη ή εξασφάλιση οφέλους από την πλευρά του υπαλλήλου, η διεξαγωγή της ανάκρισης και η εισαγωγή στο ακροατήριο γίνεται κατά απόλυτη προτεραιότητα.»
2. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Επίσης, μπορεί να μην ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, εφόσον έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση ή υπάρχει πόρισμα ή έκθεση ελέγχου του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ή Σώματος ή Υπηρεσίας Επιθεώρησης και Ελέγχου των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη.»
3. Στο άρθρο 59 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Στις περιπτώσεις που υποβάλλεται μήνυση ή έγκληση σε βάρος Ειδικών Επιθεωρητών ή Επιθεωρητών-Ελεγκτών του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και όλων των Σωμάτων και Υπηρεσιών Επιθεώρησης και Ελέγχου των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 αντίστοιχα για παράβαση των άρθρων 224, 229, 242, 259, 362, 363 Ποινικού Κώδικα, που τέλεσαν με πόρισμα, έκθεση ή κατάθεση κατά τη διάρκεια επιθεώρησης ή ελέγχου ή εξαιτίας αυτών, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 31 και 43 παρ. 1 εδάφιο β΄) ή την ένορκη διοικητική εξέταση, αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής ή πειθαρχικής δίωξης που ασκήθηκε κατά του υπαιτίου με βάση την έκθεση, το πόρισμα ή την κατάθεση των ανωτέρω, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών.»
4. Το άρθρο 359 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Π.Δ.258/1986)αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 359
Αποχώρηση και νέα εξέταση μαρτύρων
1. Όταν τελειώσει η εξέταση του μάρτυρα, αυτός παραμένει στο ακροατήριο έως το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, εκτός αν το δικαστήριο του επιτρέψει να αποχωρήσει με τη συναίνεση του εισαγγελέα και των διαδίκων. Εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση έχει το
δικαίωμα με αίτηση του εισαγγελέα, των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως να διατάξει να αποχωρήσουν από το ακροατήριο μερικοί ή όλοι οι μάρτυρες που εξετάστηκαν ή να εξεταστούν και πάλι μόνοι ή με την παρουσία άλλων μαρτύρων.
2. Οι Ειδικοί Επιθεωρητές και οι Επιθεωρητές-Ελεγκτές του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και όλων των Σωμάτων και Υπηρεσιών Επιθεώρησης και Ελέγχου των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002, όταν εξετάζονται ως μάρτυρες στο
ακροατήριο, αποχωρούν μόλις ολοκληρωθεί η εξέτασή τους, εκτός αν το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του διατάξει να παραμείνουν μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 17
Δαπάνες ιατρικές, νοσηλευτικές και αποκατάστασης, προσωπικού Καταστημάτων Κράτησης κατά την έννοια του άρθρου 2 της απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης 58819/7.4.2003 (Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας Γενικών Καταστημάτων Κράτησης τύπου Α΄ και Β΄), συμπεριλαμβανομένων και των υπαλλήλων εξωτερικής φρούρησης, που είναι θύματα εγκλημάτων βίας από πρόθεση, όπως τούτα προσδιορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 4 του ν. 3811/2009 (ΦΕΚ 231 Α΄), τα οποία προκάλεσαν αναπηρία ή βαριά παραμόρφωση και έχουν τελεστεί στην ημεδαπή από 1.1.2010 και έπειτα, μπορεί να καλύπτονται ολικά ή εν μέρει από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σε βάρος του προϋπολογισμού του, πέραν των όσων δαπανών καλύπτει ο οικείος ασφαλιστικός φορέας τους.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται το ύψος και ο δικαιούχος της αποζημίωσης, στην οποία συνυπολογίζεται και οποιοδήποτε άλλο ποσό έχει τυχόν εισπραχθεί από το δράστη ή οποιαδήποτε άλλη πηγή.

Άρθρο 18
1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 9 του ν. 2776/1999 (ΦΕΚ 291 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 9
Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών (ΚΕΜ)
1. Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων συνιστάται Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών (ΚΕΜ). Η Επιτροπή αυτή συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού, είναι τριμελής και αποτελείται από τον Ειδικό Γραμματέα του Υπουργείου, ως πρόεδρο,
τον επόπτη του συγκροτήματος Φυλακών Κορυδαλλού αντεισαγγελέα εφετών ή τον αναπληρωτή του και τον πρόεδρο του Κεντρικού Επιστημονικού Συμβουλίου Φυλακών (ΚΕΣΦ) ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, ως μέλη.
Ο Ειδικός Γραμματέας, αν κωλύεται ή απουσιάζει, αναπληρώνεται από τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Πολιτικής και στην περίπτωση αυτή προεδρεύει ο εισαγγελικός λειτουργός. Η Επιτροπή συνεδριάζει δύο φορές το μήνα τουλάχιστον. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ύστερα από πρόταση του ΚΕΣΦ, καθορίζονται ειδικότερα ζητήματα λειτουργίας της ΚΕΜ.»
2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 9 του ν. 2776/1999 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μπορεί να παραγγέλλει ή να απαγορεύει τη μεταγωγή κρατουμένου για λόγους που συνδέονται με την ασφάλεια της χώρας ή τη δημόσια τάξη. Σε περίπτωση κατεπείγοντος ή όταν απειλείται
διασάλευση της τάξης και της ασφάλειας του καταστήματος, η μεταγωγή ή η μη μεταγωγή διατάσσεται από τον Ειδικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το ζήτημα όμως εισάγεται το ταχύτερο δυνατό στην Κεντρική Επιτροπή
Μεταγωγών, που αποφασίζει σχετικά.»

Άρθρο 19
Το άρθρο 1 του ν. 3090/2002 (ΦΕΚ 329 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής:
«Συνιστάται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ειδική υπηρεσία, υπαγόμενη απευθείας στον Ειδικό Γραμματέα του ίδιου Υπουργείου, με την ονομασία «Σώμα Επιθεώρησης και Ελέγχου Καταστημάτων Κράτησης».»

Άρθρο 20
Η παράγραφος 2 του άρθρου 187 ΠΚ αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Όποιος με απειλή ή χρήση βίας κατά δικαστικών λειτουργών, ενόρκων, ανακριτικών ή δικαστικών υπαλλήλων, μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και διερμηνέων ή με δωροδοκία των ίδιων προσώπων ματαιώνει την αποκάλυψη ή τη δίωξη ή την τιμωρία του εγκλήματος της συγκρότησης ή ένταξης σε εγκληματική οργάνωση της παραγράφου 1 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη και με χρηματική ποινή από εκατό χιλιάδες (100.000) μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. Όποιος στις παραπάνω περιπτώσεις ματαιώνει
την αποκάλυψη ή τη δίωξη ή την τιμωρία όχι μόνο του εγκλήματος της συγκρότησης ή ένταξης σε εγκληματική οργάνωση της παραγράφου 1, αλλά και άλλου εγκλήματος, από εκείνα που απαριθμούνται στην ίδια παράγραφο, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή από
εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ.»

Άρθρο 21
1. Οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, όταν οι κενές οργανικές θέσεις εισηγητών στο Ελεγκτικό Συνέδριο δεν επαρκούν, διορίζονται σε προσωποπαγείς θέσεις. Οι θέσεις αυτές συστήνονται με την απόφαση διορισμού και καταργούνται μόλις κενωθούν αντίστοιχες οργανικές.
2. Η περίπτωση γ) της παραγράφου 6 του άρθρου 15 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3841/2010 (ΦΕΚ 55 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής:
«γ) έχουν κριθεί μη προακτέοι στον επόμενο βαθμό από αυτόν που κατέχουν, και».

Άρθρο 22
Καταργούμενες διατάξεις
Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται:
α) ο ν. 3933/1959 (ΦΕΚ 31 Α΄) και το ν.δ. 4016/1959 (ΦΕΚ237 Α΄),
β) η παράγραφος 2 του άρθρου 19 του π.δ. 5/2008 (ΦΕΚ 17 Α΄), καθώς επίσης
γ) η παράγραφος 3 του άρθρου 236 ΠΚ και η παράγραφος 4 του άρθρου 237 ΠΚ.

Άρθρο 23
Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Παραγγέλομε την δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

Αθήνα, 25 Μαΐου 2010
 

 

 

Νόμος 3849/2010 – ΦΕΚ 80/Α/26-5-2010 (Κωδικοποιημένος)

Τροποποίηση του ν. 3213/2003, διατάξεων του Ποινικού Κώδικα που αφορούν εγκλήματα σχετικά με την Υπηρεσία και άλλες διατάξεις.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Ν. 3213/2003

Άρθρο 1
1. Η περίπτωση ια΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
«ια. Οι δικαστικοί και οι εισαγγελικοί λειτουργοί, καθώς επίσης τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.»
2. Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 3213/2003 (ΦΕΚ 309 Α΄), που προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ν. 3327/2005 (ΦΕΚ 70 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής:
«Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου συνοδεύεται από αντίγραφο της φορολογικής του δήλωσης για το προηγούμενο οικονομικό έτος και αντίγραφο του τελευταίου Εντύπου Ε9 που υποβλήθηκε στην αρμόδια ΔΟΥ.»
3. Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
«β. Το αντίστοιχο περιεχόμενο του ειδικού εντύπου των δηλώσεων, για τα λοιπά υπόχρεα πρόσωπα, καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το έντυπο υπόκειται σε ηλεκτρονική επεξεργασία από αυτοτελή ειδική βάση δεδομένων, που εγκαθίσταται για το σκοπό αυτόν.»
4. Στο άρθρο 3 του ν. 3213/2003 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:
«6. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μπορεί να ζητά από την Επιτροπή της παραγράφου 2 να διενεργεί έλεγχο σε συγκεκριμένα πρόσωπα τα οποία υποχρεούνται να υποβάλλουν δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 1, όταν υπάρχει σε βάρος τους επώνυμη καταγγελία, η οποία υποβάλλεται απευθείας στον Υπουργό από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή από Ανεξάρτητες Αρχές ή από ελεγκτικά σώματα της δημόσιας διοίκησης ή όταν με οποιονδήποτε τρόπο δημοσιοποιούνται στοιχεία σε βάρος τους. Όταν η διεξαγωγή του ελέγχου στηρίζεται σε προηγούμενη καταγγελία, τηρείται η ανωνυμία του καταγγέλλοντος.»
5. Τα άρθρα 8 έως 12 του ν. 3213/2003 αναριθμούνται σε 14 έως 18, τα άρθρα 4 έως 7 καταργούνται και στον ίδιο νόμο προστίθενται με τα άρθρα 2 έως 11 του παρόντος νέα άρθρα 4 έως 13.
6. Στο άρθρο 14 (πρώην άρθρο 8) του ν. 3213/2003, όπως αναριθμήθηκε με την προηγούμενη παράγραφο, προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
«5. Ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη μπορεί να ζητά από τις αρμόδιες κατά περίπτωση Υπηρεσίες να διενεργούν έλεγχο συγκεκριμένων υπόχρεων σε υποβολή δήλωσης αστυνομικών και λιμενικών, όταν υπάρχει επώνυμη καταγγελία σε βάρος τους η οποία υποβάλλεται απευθείας στον Υπουργό από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή από Ανεξάρτητες Αρχές ή από ελεγκτικά σώματα της δημόσιας διοίκησης ή όταν με οποιονδήποτε τρόπο δημοσιοποιούνται στοιχεία σε βάρος τους. Όταν η διεξαγωγή του ελέγχου στηρίζεται
σε προηγούμενη καταγγελία, τηρείται η ανωνυμία του καταγγέλλοντος.»

Άρθρο 2
Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 4 ως εξής:
«Άρθρο 4
Παράνομος πλουτισμός
1. Υπόχρεος σε δήλωση, ο οποίος επωφελούμενος από την ιδιότητά του αποκτά ή προσπορίζει σε τρίτον αθέμιτο περιουσιακό όφελος, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο
(1.000.000) ευρώ.
2. Ο υπαίτιος των παραπάνω πράξεων τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) ευρώ:
(α) αν το αποκτηθέν ή προσπορισθέν αθέμιτο περιουσιακό όφελος υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, ή
(β) αν ενεργεί κατ’ επάγγελμα ή είναι υπότροπος.
3. Με τις ποινές των παραγράφων 1 και 2 τιμωρούνται και οι τρίτοι που πορίζονται το αθέμιτο όφελος που προκύπτει από τα αδικήματα των παραγράφων 1 και 2 εν γνώσει της τέλεσης αυτών από τον υπόχρεο σε δήλωση.
4. Οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται, εφόσον η πράξη του υπόχρεου σε δήλωση ή του τρίτου δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.»

Άρθρο 3
Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 5 ως εξής:
«Άρθρο 5
Προσφορά για άσκηση επιρροής
1. Όποιος αξιώνει, λαμβάνει ή δέχεται υπόσχεση οικονομικού ανταλλάγματος για τον ίδιο ή τρίτο, προκειμένου ο ίδιος ή ο τρίτος να ασκήσει επιρροή σε πρόσωπο υπόχρεο σε δήλωση ώστε να λάβει απόφαση που ανάγεται στα υπηρεσιακά του καθήκοντα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή από δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ έως επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (750.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και αυτός που υπόσχεται ή προσφέρει οικονομικό αντάλλαγμα σε άλλον, προκειμένου αυτός που το λαμβάνει ή τρίτος να ασκήσει επιρροή σε πρόσωπο υπόχρεο σε δήλωση ώστε να λάβει απόφαση που ανάγεται στα υπηρεσιακά του καθήκοντα. Σε κάθε
περίπτωση, είναι αδιάφορο αν η επιρροή ασκήθηκε ή όχι ή αν η επιρροή που ασκήθηκε οδηγεί ή όχι στο σκοπούμενο αποτέλεσμα.
2. Εάν η αξία των ανταλλαγμάτων υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ ή αν ο υπαίτιος ενεργεί κατ’ επάγγελμα ή είναι υπότροπος, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) ευρώ.»

Άρθρο 4
Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 6 ως εξής:
«Άρθρο 6
Μη υποβολή ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης
1. Υπόχρεος σε δήλωση που παραλείπει να υποβάλλει δήλωση ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή δήλωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.
2. Ο υπαίτιος των παραπάνω πράξεων τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, αν η συνολική αξία της αποκρυπτόμενης περιουσίας του ιδίου και των λοιπών προσώπων για
τα οποία αυτός οφείλει να υποβάλει δήλωση υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριακοσίων (300.000) χιλιάδων ευρώ, ανεξαρτήτως αν η απόκρυψη επιχειρείται με τη μη υποβολή δήλωσης ή την υποβολή ελλιπούς ή ανακριβούς δήλωσης.
3. Αν οι πράξεις της παραγράφου 1 τελέστηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ.»

Άρθρο 5
Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 7 ως εξής:
«Άρθρο 7
Παρακώλυση ελέγχου – Μη σύννομη δημοσίευση δήλωσης
1. Τρίτος, ο οποίος αρνείται την παροχή στοιχείων και πληροφοριών, καθώς και όποιος παρεμποδίζει με οποιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο που διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών.
2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος δημοσιεύει τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης υπόχρεου ή υπόχρεων προσώπων με τρόπο που αντιβαίνει στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 2.»

Άρθρο 6
Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 8 ως εξής:
«Άρθρο 8
Συμμετοχή σε εξωχώρια εταιρεία
1. Στα μέλη της Κυβέρνησης, στους Υφυπουργούς, στους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στο Εθνικό ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στους βουλευτές και ευρωβουλευτές, στον γενικό γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, στους γενικούς και
ειδικούς γραμματείς Υπουργείων, στους γενικούς γραμματείς περιφερειών, στους προέδρους των διευρυμένων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, στους νομάρχες και τους δημάρχους, στους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, στους προέδρους, διοικητές, υποδιοικητές και γενικούς διευθυντές πιστωτικών ιδρυμάτων, που ελέγχονται από το κράτος, καθώς επίσης στα πρόσωπα των περιπτώσεων θ΄ και ι΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 απαγορεύεται να συμμετέχουν είτε οι ίδιοι είτε με παρένθετα πρόσωπα στο κεφάλαιο ή στη διοίκηση εξωχώριων εταιρειών.
2. Η κατά παράβαση της παραγράφου 1 άμεση ή έμμεση συμμετοχή σε εξωχώρια εταιρεία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.»

Άρθρο 7
Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 9 ως εξής:
«Άρθρο 9
Γενικές ποινικές διατάξεις
1. Όπου στις διατάξεις των προηγούμενων άρθρων προβλέπεται αθροιστικά ποινή στερητική της ελευθερίας και χρηματική, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 83 περ. ε΄ του Ποινικού Κώδικα.
2. Στον υπαίτιο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 4, 5, 6 παράγραφοι 1 και 2 και 8 παράγραφος 2 επιβάλλεται και αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, αν η ποινή είναι φυλάκιση, και από δύο (2) έως δέκα (10) έτη, αν η
ποινή είναι κάθειρξη. Η έκπτωση του υπαιτίου από το αιρετό δημόσιο, δημοτικό ή κοινοτικό αξίωμα ή τη δημόσια, δημοτική ή κοινοτική θέση που κατέχει, ως συνέπεια της αποστέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων, επέρχεται αυτοδικαίως μόλις η καταδικαστική απόφαση
καταστεί αμετάκλητη και δεν μπορεί να αποκλειστεί με εφαρμογή του άρθρου 64 του Ποινικού Κώδικα.
3.α. Τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν προϊόν κάποιου από τα αδικήματα των άρθρων 4 και 5 ή που αποκτήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από προϊόν τέτοιων αδικημάτων δημεύονται με την καταδικαστική απόφαση.
Αν τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία έχουν αναμιχθεί με περιουσία που αποκτήθηκε από νόμιμες πηγές, η περιουσία αυτή υπόκειται σε δήμευση μέχρι την καθορισμένη αξία των αναμειχθέντων περιουσιακών στοιχείων.
Το εισόδημα ή άλλα οφέλη που προέρχονται από την αξιοποίηση του προϊόντος κάποιου από τα αδικήματα των άρθρων 4 και 5 ή από περιουσία που αποκτήθηκε με τα προϊόντα αυτά ή από περιουσία με την οποία έχουν αυτά αναμιχθεί, υπόκεινται επίσης σε δήμευση στον ίδιο βαθμό, όπως τα προϊόντα του αδικήματος.
β. Τα περιουσιακά στοιχεία που δεν δηλώθηκαν στην περίπτωση κάποιου από τα αδικήματα των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 6 δημεύονται με την καταδικαστική απόφαση, εκτός αν ο υπαίτιος αποδεικνύει τη νόμιμη προέλευσή τους.
γ. Το μερίδιο συμμετοχής που ανήκει άμεσα ή έμμεσα στον υπαίτιο του αδικήματος της παραγράφου 2 του άρθρου 8 και τα προϊόντα, το εισόδημα ή τα άλλα οφέλη που αποκτήθηκαν από το μερίδιο αυτό ή τη συμμετοχή στη διοίκηση της εξωχώριας εταιρείας δημεύονται
υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση.
δ. Αν τα περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, δεν υπάρχουν πλέον, δεν έχουν βρεθεί, δεν είναι δυνατόν να κατασχεθούν ή ανήκουν σε τρίτο σε βάρος του οποίου δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί δήμευση, δημεύονται περιουσιακά
στοιχεία του υπαιτίου ίσης αξίας με αυτά κατά το χρόνο της καταδικαστικής απόφασης, όπως προσδιορίζονται από το δικαστήριο. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει και χρηματική ποινή μέχρι το ποσό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, αν κρίνει ότι δεν υπάρχουν πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία για δήμευση ή τα υπάρχοντα υπολείπονται της αξίας των υποκειμένων σε δήμευση.
4. Η διάταξη του άρθρου 263Β του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζεται και στα εγκλήματα των άρθρων 4, 5 και 8 παρ. 2 του παρόντος νόμου.»

Άρθρο 8
Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 10 ως εξής:
«Άρθρο 10
Ποινική διαδικασία
1. Για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 8, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 62, 85 και 86 παράγραφοι 1 και 2 του Συντάγματος, του Κανονισμού της Βουλής και του νόμου για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, η ποινική δίωξη ασκείται
από τον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών και ενεργείται απευθείας ανάκριση στο Εφετείο, ύστερα από παραγγελία του εισαγγελέα και ορισμό του εφέτη ανακριτή από την Ολομέλεια του οικείου Εφετείου.
Προς το σκοπό αυτόν, στην αρχή κάθε δικαστικού έτους, η Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών ορίζει δύο εφέτες ανακριτές, με τους αναπληρωτές τους, και η Ολομέλεια των υπολοίπων Εφετείων της χώρας έναν εφέτη ανακριτή, με τον αναπληρωτή του. Για την κατηγορία, εφόσον αυτή έχει χαρακτήρα κακουργήματος, αποφαίνεται το συμβούλιο εφετών σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.
2. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των πράξεων αυτών είναι το τριμελές εφετείο σε πρώτο βαθμό και το πενταμελές εφετείο σε δεύτερο βαθμό.
3. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.»

Άρθρο 9
Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 11 ως εξής:
«Άρθρο 11
Δέσμευση και απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων
1. Όταν η τακτική ανάκριση αφορά κάποιο από τα αδικήματα των άρθρων 4, 5, 6 παράγραφοι 1 και 2 και του άρθρου 8, μπορεί ο ανακριτής, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, να απαγορεύσει την κίνηση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, καθώς και το άνοιγμα των θυρίδων θησαυροφυλακίου του κατηγορουμένου, έστω και κοινών οποιουδήποτε είδους με άλλο πρόσωπο, εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι λογαριασμοί, οι τίτλοι, τα  χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή οι θυρίδες περιέχουν περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να υπαχθούν σε δήμευση σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 9. Σε περίπτωση διεξαγωγής προκαταρκτικής εξέτασης, η απαγόρευση της κίνησης των
λογαριασμών, τίτλων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή του ανοίγματος των θυρίδων μπορεί να διαταχθεί από το δικαστικό συμβούλιο. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα του συμβουλίου επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορούμενου ή του τρίτου, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο, χρηματοπιστωτικό προϊόν ή θυρίδα και
επιδίδεται στον κατηγορούμενο και στο νόμιμο εκπρόσωπο του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού ή στον διευθυντή του υποκαταστήματος του τόπου όπου εδρεύει ο ανακριτής ή ο εισαγγελέας. Σε περίπτωση κοινών λογαριασμών, τίτλων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή κοινής θυρίδας, επιδίδεται και στον τρίτο.
2. Η απαγόρευση της προηγούμενης παραγράφου ισχύει από τη χρονική στιγμή της επίδοσης στο πιστωτικό ίδρυμα ή στο χρηματοπιστωτικό οργανισμό της διάταξης του ανακριτή ή του βουλεύματος. Από τότε απαγορεύεται το άνοιγμα της θυρίδας και είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου εκταμίευση χρημάτων από το λογαριασμό ή εκποίηση τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Διευθυντικό στέλεχος ή υπάλληλος
του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή.
3. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, ο ανακριτής ή το δικαστικό συμβούλιο μπορεί να διατάξει την απαγόρευση εκποίησης ορισμένου ακινήτου του κατηγορουμένου. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου και επιδίδεται στον κατηγορούμενο και στον προϊστάμενο του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου ή κτηματολογικού γραφείου, ο οποίος υποχρεούται να προβεί την ίδια ημέρα σε σχετική σημείωση στα οικεία βιβλία και να αρχειοθετήσει το έγγραφο που του κοινοποιήθηκε. Κάθε δικαιοπραξία, υποθήκη, κατάσχεση ή άλλη πράξη που εγγράφεται στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου ή κτηματολογικού γραφείου μετά την εγγραφή της πιο πάνω σημείωσης είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου.
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
4. Ο κατηγορούμενος, σε βάρος του οποίου διενεργείται προκαταρκτική εξέταση και ο τρίτος δικαιούνται να ζητήσουν την άρση της διάταξης του ανακριτή ή την ανάκληση του βουλεύματος, με αίτηση που απευθύνεται προς το δικαστικό συμβούλιο και κατατίθεται στον ανακριτή ή στον εισαγγελέα, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την επίδοση σε αυτόν τις διάταξης ή του βουλεύματος. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διάταξης ή του βουλεύματος. Η διάταξη ή το βούλευμα μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε,αν προκύψουν νέα στοιχεία.»

Άρθρο 10
Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 12 ως εξής:
«Άρθρο 12
Καταλογισμός
Εις βάρος του ελεγχομένου καταλογίζεται χρηματικό ποσό ίσης αξίας με το περιουσιακό όφελος, το οποίο απέκτησε ο ίδιος, ο/η σύζυγός του ή ανήλικο τέκνο του, εφόσον η προέλευση του περιουσιακού οφέλους δεν δικαιολογείται. Ο καταλογισμός γίνεται υπέρ του Δημοσίου από το αρμόδιο τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου,σ ύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.»

Άρθρο 11
1. Στο ν. 3213/2003 προστίθεται άρθρο 13 ως εξής:
«Άρθρο 13
Περιορισμοί διενέργειας χρηματιστηριακών συναλλαγών
1. Οι περιορισμοί των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 32 του ν. 2843/2000 (ΦΕΚ 219 Α΄) επεκτείνονται στους βουλευτές και ευρωβουλευτές, στον γενικό γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, στους γενικούς γραμματείς περιφερειών, στους προέδρους των διευρυμένων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, στους νομάρχες και στους δημάρχους, καθώς επίσης στα πρόσωπα των περιπτώσεων θ΄, ι΄ και ια΄ της παραγράφου 1 του παρόντος νόμου. Στους ίδιους περιορισμούς υπόκεινται οι πρόεδροι, οι διοικητές, οι υποδιοικητές και οι γενικοί διευθυντές πιστωτικών ιδρυμάτων που ελέγχονται από το κράτος, όταν ενεργούν ατομικά, καθώς και για λογαριασμό των συζύγων και των ανήλικων τέκνων τους.
2. Ως επιτροπές κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 32 του ν. 2843/2000 θεωρούνται οι αντίστοιχες των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ

Άρθρο 12
Το άρθρο 238 ΠΚ αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 238
Δήμευση
1. Στις περιπτώσεις των άρθρων 235, 236 και 237 η απόφαση διατάσσει να δημευτούν τα δώρα και όποια άλλα περιουσιακά στοιχεία δόθηκαν, καθώς και εκείνα που αποκτήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτά. Αν τα εν λόγω προϊόντα έχουν αναμιχθεί με περιουσία που
αποκτήθηκε από νόμιμες πηγές, η σχετική περιουσία υπόκειται σε δήμευση μέχρι την καθορισμένη αξία του αναμειχθέντος προϊόντος. Το εισόδημα ή άλλα οφέλη που απορρέουν από τα εν λόγω προϊόντα, από περιουσία που αποκτήθηκε με τα εν λόγω προϊόντα ή από περιουσία με την οποία έχουν αυτά αναμιχθεί υπόκεινται επίσης σε δήμευση στον ίδιο βαθμό, όπως τα προϊόντα του αδικήματος.
2. Αν τα περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, δεν υπάρχουν πλέον, δεν έχουν βρεθεί, δεν είναι δυνατόν να κατασχεθούν ή ανήκουν σε τρίτον, σε βάρος του οποίου δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί δήμευση, δημεύονται
περιουσιακά στοιχεία του υπαιτίου ίσης αξίας με αυτά κατά το χρόνο της καταδικαστικής απόφασης, όπως την προσδιορίζει το δικαστήριο. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει και χρηματική ποινή μέχρι το ποσό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, αν κρίνει ότι δεν υπάρχουν πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία για δήμευση ή τα υπάρχοντα υπολείπονται της αξίας των υποκειμένων σε δήμευση.»

Άρθρο 13
Το άρθρο 252 ΠΚ αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 252
Παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου
1. Ο υπάλληλος που εκτός από τις περιπτώσεις των άρθρων 248, 249, 250 και 251, παραβαίνοντας τα καθήκοντά του, γνωστοποιεί σε άλλον:
α) πράγμα, το οποίο γνωρίζει μόνο λόγω της υπηρεσίας του ή
β) έγγραφο που είναι εμπιστευμένο ή προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, αν τέλεσε κάποια από τις πράξεις αυτές με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών.
2. Όποιος, υπηρετώντας με οποιαδήποτε σχέση στο Πολιτικό Γραφείο του Πρωθυπουργού, των Υπουργών ή των Υφυπουργών, όπως ιδίως με την ιδιότητα ειδικού συνεργάτη, ειδικού συμβούλου, μετακλητού διοικητικού υπαλλήλου, αποσπασμένου ή με ανάθεση καθηκόντων
υπαλλήλου, εργαζομένου με σύμβαση έργου ή και ως μέλος ομάδων εργασίας ή επιτροπών, γνωστοποιεί σε άλλον: α) πληροφορία την οποία γνωρίζει μόνο λόγω της υπηρεσίας του ή β) έγγραφο που του είναι εμπιστευμένο ή προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν ενεργεί με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος ή για να βλάψει το κράτος ή άλλον, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή από εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.
3. Με τις ποινές των προηγούμενων παραγράφων τιμωρείται και ο τρίτος, ο οποίος χρησιμοποιεί την πληροφορία ή το έγγραφο εν γνώσει της προέλευσής του, με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος ή για να βλάψει το κράτος ή άλλον.
Δεν αποτελεί άδικη πράξη, η χρησιμοποίηση, εντός του αναγκαίου μέτρου, της πληροφορίας ή του εγγράφου, που γίνεται για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος της ενημέρωσης της κοινής γνώμης.»

Άρθρο 14
Στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων
1. Το άρθρο 263 ΠΚ αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 263
1. Στον υπάλληλο που καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης για κάποια από τις πράξεις των άρθρων 235 μέχρι και 261, επιβάλλεται πρόσκαιρη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, εκτός αν το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει διαφορετικά.
Ειδικά, η έκπτωση του υπαιτίου από τη θέση ή το αξίωμα που κατείχε, ως συνέπεια της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, επέρχεται αυτοδικαίως μόλις η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και δεν μπορεί να αποκλειστεί με εφαρμογή του άρθρου 64. Στον τρίτο που καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών για κάποια από τις πράξεις των άρθρων 235 μέχρι 261 μπορεί συγχρόνως το δικαστήριο να απαγγείλει και πρόσκαιρη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων (άρθρο 61).
2. Η διάταξη του άρθρου 238 εφαρμόζεται αναλόγως σε όλα τα εγκλήματα των άρθρων 239 έως 261, εφόσον έχουν εξασφαλίσει στους υπαιτίους περιουσιακά οφέλη.»
2. Στο άρθρο 159 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου δεύτερου του ν. 3666/2008 (ΦΕΚ 105 Α΄), προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«4. Οι διατάξεις των άρθρων 238, 263 παρ. 1 και 263Β έχουν εφαρμογή και στα εγκλήματα των προηγούμενων παραγράφων.»

Άρθρο 15
1. Στον Ποινικό Κώδικα (Π.Δ.283/1985) προστίθεται άρθρο 263Β ως εξής:
«Άρθρο 263Β
Μέτρα προστασίας και επιείκειας για όσους συμβάλλουν στην αποκάλυψη πράξεων διαφθοράς
1. Αν ο υπαίτιος των πράξεων των άρθρων 236 παράγραφοι 1 και 2 και 237 παράγραφος 3 ή ο συμμέτοχος στις πράξεις των άρθρων 235, 237 παράγραφοι 1 και 2 και 239 έως 261 καθώς και του άρθρου 390, όταν τελείται από υπάλληλο, συμβάλλει ουσιωδώς, με αναγγελία στην αρχή, στην αποκάλυψη της συμμετοχής στις πράξεις αυτές υπαλλήλου ή δικαστικού λειτουργού, τιμωρείται με ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 44 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 99 επόμενα. Το συμβούλιο Πλημμελειοδικών με βούλευμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του
Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών διατάσσει την αναστολή της ασκηθείσης ποινικής δίωξης κατά του υπαιτίου για ορισμένο χρονικό διάστημα, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η αλήθεια των προσφερόμενων στοιχείων. Την αναστολή της δίωξης μπορεί να διατάξει και το δικαστήριο,
εφόσον τα στοιχεία προσφέρονται μέχρι την έκδοση απόφασης σε δεύτερο βαθμό. Αν μετά την αναστολή της ποινικής δίωξης προκύψει ότι τα προσφερθέντα από τον υπαίτιο στοιχεία δεν ήταν επαρκή για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του υπαλλήλου ή του δικαστικού λειτουργού, το σχετικό βούλευμα ή απόφαση ανακαλείται και συνεχίζεται κατά του υπαιτίου η ανασταλείσα ποινική δίωξη.
2. Υπάλληλος, υπαίτιος για την τέλεση των πράξεων των άρθρων 235 έως 261, καθώς και του άρθρου 390 ή συμμέτοχος στις πράξεις αυτές, ο οποίος συμβάλλει ουσιωδώς με αναγγελία στην αρχή, στην αποκάλυψη της συμμετοχής στις πράξεις αυτές άλλων υπαλλήλων,
τιμωρείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, εφόσον το πρόσωπο που καταγγέλλεται κατέχει θέση σημαντικά υπερέχουσα της δικής του και ο ίδιος μεταβιβάζει στο Δημόσιο όλα τα περιουσιακά στοιχεία που έχει αποκτήσει, αμέσως ή εμμέσως, από
την τέλεση ή τη συμμετοχή στην τέλεση των πιο πάνω εγκλημάτων.
3. Αν κάποιος από τους υπαιτίους των εγκλημάτων των άρθρων 235 έως 261 και 390 ή πράξεων νομιμοποίησης εσόδων που προέρχονται άμεσα από τις συγκεκριμένες εγκληματικές δραστηριότητες, προσφέρει αποδεικτικά στοιχεία για τη συμμετοχή στις πράξεις αυτές ατόμων που διατελούν ή διατέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί, το δικαστικό συμβούλιο, με βούλευμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης και την αμελλητί παραπομπή της δικογραφίας στη Βουλή. Την παραπάνω αναστολή μπορεί να διατάξει και το δικαστήριο, εφόσον τα στοιχεία προσφέρονται μέχρι την έκδοση απόφασης σε
δεύτερο βαθμό. Με το ίδιο βούλευμα ή απόφαση μπορεί να διαταχθεί και η άρση ή η αντικατάσταση των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού που έχουν ταχθεί.
Εάν η Βουλή κρίνει, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 86 του Συντάγματος, ότι τα στοιχεία δεν είναι επαρκή για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος Υπουργού ή Υφυπουργού, το βούλευμα ή η απόφαση ανακαλείται και η ανασταλείσα ποινική δίωξη συνεχίζεται. Εάν η Βουλή αποφασίσει την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος Υπουργού ή Υφυπουργού κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος, σε περίπτωση καταδίκης από το Ειδικό Δικαστήριο, ο κατά το προηγούμενο εδάφιο συμμέτοχος που προσέφερε τα αποδεικτικά
στοιχεία τιμωρείται με ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 44 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1.
4. Εάν η κίνηση της ποινικής διαδικασίας δεν είναι δυνατή λόγω παραγραφής του αδικήματος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 86 του Συντάγματος, στον κατηγορούμενο επιβάλλεται ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 44 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και την αναστολή εκτέλεσης της ποινής αυτής, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 99 επόμενα, εφόσον:
α) στην ίδια Βουλευτική Περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας επήλθε η παραγραφή και το αργότερο έως το πέρας της πρώτης τακτικής Συνόδου της επόμενης Βουλευτικής Περιόδου, συσταθεί εξεταστική επιτροπή, και
β) η επιτροπή κρίνει τα προσφερόμενα στοιχεία επαρκή.
Η εξεταστική επιτροπή αποφασίζει, αφού λάβει υπόψη της εισήγηση Εφέτη, στον οποίο ανατέθηκε έρευνα για τη διαπίστωση της επάρκειας των στοιχείων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 6 του άρθρου 147 του Κανονισμού της Βουλής.»
2. Υπάλληλος ο οποίος καταγγέλλει την τέλεση κάποιου από τα εγκλήματα των άρθρων 235 έως 261 του Ποινικού Κώδικα και με βάση την καταγγελία του ασκείται ποινική δίωξη σε βάρος ενός ή περισσότερων υπαλλήλων, μπορεί, μετά από αίτημά του να μεταταχθεί,κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων με απόφαση του οικείου Υπουργού και του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, σε οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία, εφόσον υπάρχουν σε αυτή κενές οργανικές θέσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ
ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Άρθρο 16
1. Στο τέλος του άρθρου 35 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν.3160/2003 (ΦΕΚ 165 Α΄), προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Στα εγκλήματα των άρθρων 235 έως 261 του Ποινικού Κώδικα, όταν τελούνται με δόλο και συναρτώνται με την επιδίωξη ή εξασφάλιση οφέλους από την πλευρά του υπαλλήλου, η διεξαγωγή της ανάκρισης και η εισαγωγή στο ακροατήριο γίνεται κατά απόλυτη προτεραιότητα.»
2. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Επίσης, μπορεί να μην ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, εφόσον έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση ή υπάρχει πόρισμα ή έκθεση ελέγχου του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ή Σώματος ή Υπηρεσίας Επιθεώρησης και Ελέγχου των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη.»
3. Στο άρθρο 59 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Στις περιπτώσεις που υποβάλλεται μήνυση ή έγκληση σε βάρος Ειδικών Επιθεωρητών ή Επιθεωρητών-Ελεγκτών του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και όλων των Σωμάτων και Υπηρεσιών Επιθεώρησης και Ελέγχου των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 αντίστοιχα για παράβαση των άρθρων 224, 229, 242, 259, 362, 363 Ποινικού Κώδικα, που τέλεσαν με πόρισμα, έκθεση ή κατάθεση κατά τη διάρκεια επιθεώρησης ή ελέγχου ή εξαιτίας αυτών, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 31 και 43 παρ. 1 εδάφιο β΄) ή την ένορκη διοικητική εξέταση, αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής ή πειθαρχικής δίωξης που ασκήθηκε κατά του υπαιτίου με βάση την έκθεση, το πόρισμα ή την κατάθεση των ανωτέρω, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών.»
4. Το άρθρο 359 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Π.Δ.258/1986)αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 359
Αποχώρηση και νέα εξέταση μαρτύρων
1. Όταν τελειώσει η εξέταση του μάρτυρα, αυτός παραμένει στο ακροατήριο έως το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, εκτός αν το δικαστήριο του επιτρέψει να αποχωρήσει με τη συναίνεση του εισαγγελέα και των διαδίκων. Εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση έχει το
δικαίωμα με αίτηση του εισαγγελέα, των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως να διατάξει να αποχωρήσουν από το ακροατήριο μερικοί ή όλοι οι μάρτυρες που εξετάστηκαν ή να εξεταστούν και πάλι μόνοι ή με την παρουσία άλλων μαρτύρων.
2. Οι Ειδικοί Επιθεωρητές και οι Επιθεωρητές-Ελεγκτές του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και όλων των Σωμάτων και Υπηρεσιών Επιθεώρησης και Ελέγχου των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002, όταν εξετάζονται ως μάρτυρες στο
ακροατήριο, αποχωρούν μόλις ολοκληρωθεί η εξέτασή τους, εκτός αν το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του διατάξει να παραμείνουν μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 17
Δαπάνες ιατρικές, νοσηλευτικές και αποκατάστασης, προσωπικού Καταστημάτων Κράτησης κατά την έννοια του άρθρου 2 της απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης 58819/7.4.2003 (Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας Γενικών Καταστημάτων Κράτησης τύπου Α΄ και Β΄), συμπεριλαμβανομένων και των υπαλλήλων εξωτερικής φρούρησης, που είναι θύματα εγκλημάτων βίας από πρόθεση, όπως τούτα προσδιορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 4 του ν. 3811/2009 (ΦΕΚ 231 Α΄), τα οποία προκάλεσαν αναπηρία ή βαριά παραμόρφωση και έχουν τελεστεί στην ημεδαπή από 1.1.2010 και έπειτα, μπορεί να καλύπτονται ολικά ή εν μέρει από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σε βάρος του προϋπολογισμού του, πέραν των όσων δαπανών καλύπτει ο οικείος ασφαλιστικός φορέας τους.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται το ύψος και ο δικαιούχος της αποζημίωσης, στην οποία συνυπολογίζεται και οποιοδήποτε άλλο ποσό έχει τυχόν εισπραχθεί από το δράστη ή οποιαδήποτε άλλη πηγή.

Άρθρο 18
1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 9 του ν. 2776/1999 (ΦΕΚ 291 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 9
Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών (ΚΕΜ)
1. Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων συνιστάται Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών (ΚΕΜ). Η Επιτροπή αυτή συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού, είναι τριμελής και αποτελείται από τον Ειδικό Γραμματέα του Υπουργείου, ως πρόεδρο,
τον επόπτη του συγκροτήματος Φυλακών Κορυδαλλού αντεισαγγελέα εφετών ή τον αναπληρωτή του και τον πρόεδρο του Κεντρικού Επιστημονικού Συμβουλίου Φυλακών (ΚΕΣΦ) ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, ως μέλη.
Ο Ειδικός Γραμματέας, αν κωλύεται ή απουσιάζει, αναπληρώνεται από τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Πολιτικής και στην περίπτωση αυτή προεδρεύει ο εισαγγελικός λειτουργός. Η Επιτροπή συνεδριάζει δύο φορές το μήνα τουλάχιστον. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ύστερα από πρόταση του ΚΕΣΦ, καθορίζονται ειδικότερα ζητήματα λειτουργίας της ΚΕΜ.»
2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 9 του ν. 2776/1999 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μπορεί να παραγγέλλει ή να απαγορεύει τη μεταγωγή κρατουμένου για λόγους που συνδέονται με την ασφάλεια της χώρας ή τη δημόσια τάξη. Σε περίπτωση κατεπείγοντος ή όταν απειλείται
διασάλευση της τάξης και της ασφάλειας του καταστήματος, η μεταγωγή ή η μη μεταγωγή διατάσσεται από τον Ειδικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το ζήτημα όμως εισάγεται το ταχύτερο δυνατό στην Κεντρική Επιτροπή
Μεταγωγών, που αποφασίζει σχετικά.»

Άρθρο 19
Το άρθρο 1 του ν. 3090/2002 (ΦΕΚ 329 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής:
«Συνιστάται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ειδική υπηρεσία, υπαγόμενη απευθείας στον Ειδικό Γραμματέα του ίδιου Υπουργείου, με την ονομασία «Σώμα Επιθεώρησης και Ελέγχου Καταστημάτων Κράτησης».»

Άρθρο 20
Η παράγραφος 2 του άρθρου 187 ΠΚ αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Όποιος με απειλή ή χρήση βίας κατά δικαστικών λειτουργών, ενόρκων, ανακριτικών ή δικαστικών υπαλλήλων, μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και διερμηνέων ή με δωροδοκία των ίδιων προσώπων ματαιώνει την αποκάλυψη ή τη δίωξη ή την τιμωρία του εγκλήματος της συγκρότησης ή ένταξης σε εγκληματική οργάνωση της παραγράφου 1 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη και με χρηματική ποινή από εκατό χιλιάδες (100.000) μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. Όποιος στις παραπάνω περιπτώσεις ματαιώνει
την αποκάλυψη ή τη δίωξη ή την τιμωρία όχι μόνο του εγκλήματος της συγκρότησης ή ένταξης σε εγκληματική οργάνωση της παραγράφου 1, αλλά και άλλου εγκλήματος, από εκείνα που απαριθμούνται στην ίδια παράγραφο, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή από
εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ.»

Άρθρο 21
1. Οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, όταν οι κενές οργανικές θέσεις εισηγητών στο Ελεγκτικό Συνέδριο δεν επαρκούν, διορίζονται σε προσωποπαγείς θέσεις. Οι θέσεις αυτές συστήνονται με την απόφαση διορισμού και καταργούνται μόλις κενωθούν αντίστοιχες οργανικές.
2. Η περίπτωση γ) της παραγράφου 6 του άρθρου 15 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3841/2010 (ΦΕΚ 55 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής:
«γ) έχουν κριθεί μη προακτέοι στον επόμενο βαθμό από αυτόν που κατέχουν, και».

Άρθρο 22
Καταργούμενες διατάξεις
Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται:
α) ο ν. 3933/1959 (ΦΕΚ 31 Α΄) και το ν.δ. 4016/1959 (ΦΕΚ237 Α΄),
β) η παράγραφος 2 του άρθρου 19 του π.δ. 5/2008 (ΦΕΚ 17 Α΄), καθώς επίσης
γ) η παράγραφος 3 του άρθρου 236 ΠΚ και η παράγραφος 4 του άρθρου 237 ΠΚ.

Άρθρο 23
Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Παραγγέλομε την δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

Αθήνα, 25 Μαΐου 2010

Φορολογία εισοδήματος, επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012, του ν. 4093/2012 και του ν. 4127/2013 και άλλες διατάξεις.

 

ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ

ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 1 Πεδίο Εφαρμογής

 

1. Ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε.) ρυθμίζει τη φορολογία του εισοδήματος:

α) των φυσικών προσώπων,

β) των νομικών προσώπων και των κάθε είδους νομικών οντοτήτων.

2. Ο Κ.Φ.Ε. ρυθμίζει τον τρόπο φορολόγησης για τις κατηγορίες εισοδημάτων, όπως ορίζονται στον Κ.Φ.Ε., καθώς και τον τρόπο απόδοσης των φόρων με την υποβολή της δήλωσης, την προκαταβολή του φόρου και την παρακράτηση του.

 

 

Άρθρο 2 Ορισμοί

 

Οι όροι που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε. έχουν την έννοια που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, εκτός εάν ο Κ.Φ.Ε. ορίζει διαφορετικά.

 

Για τους σκοπούς του παρόντος νοούνται ως:

 

α) «φορολογούμενος»: κάθε πρόσωπο που υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε.,

 

β) «πρόσωπο»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κάθε είδους νομική οντότητα,

 

γ) «νομικό πρόσωπο»: κάθε επιχείρηση ή εταιρεία με νομική προσωπικότητα ή ένωση επιχειρήσεων ή εταιρειών με νομική προσωπικότητα,

 

δ) «νομική οντότητα»: κάθε μόρφωμα εταιρικής ή μη οργάνωσης [ανεξαρτήτως νομικής προσωπικότητας] και κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα που δεν είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, όπως ιδίως συνεταιρισμός, οργανισμός, υπεράκτια ή εξωχώρια εταιρεία, κάθε μορφής εταιρεία ιδιωτικών επενδύσεων, κάθε μορφής καταπίστευμα ή εμπίστευμα ή οποιοδήποτε μόρφωμα παρόμοιας φύσης, κάθε μορφής ίδρυμα ή σωματείο ή οποιοδήποτε μόρφωμα παρόμοιας φύσης, κάθε μορφή προσωπικής επιχείρησης ή οποιαδήποτε οντότητα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε μορφής κοινή επιχείρηση, κάθε μορφής εταιρείας διαχείρισης κεφαλαίου ή περιουσίας ή διαθήκης ή κληρονομίας ή κληροδοσίας ή δωρεάς, κάθε φύσης κοινοπραξία, κάθε μορφής εταιρεία αστικού

δικαίου, συμμετοχικές ή αφανείς εταιρείες, κοινωνίες αστικού δικαίου,

 

*** Οι λέξεις «ανεξαρτήτως νομικής προσωπικότητας» της περ.δ΄διαγράφηκαν

με τη παρ.1 άρθρου 21 Ν.4223/2013,ΦΕΚ Α 287/31.12.2013.

 

ε) «υπόχρεος σε παρακράτηση»: κάθε πρόσωπο που υποχρεούται σε παρακράτηση φόρου στην

πηγή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Φ.Ε.,

 

στ) «συγγενικό πρόσωπο»: ο/η σύζυγος και οι ανιόντες ή κατιόντες σε ευθεία γραμμή,

 

ζ) «συνδεδεμένο πρόσωπο»: κάθε πρόσωπο, το οποίο συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο άλλου προσώπου, το οποίο είναι συγγενικό πρόσωπο ή με το οποίο συνδέεται. Ειδικότερα, τα ακόλουθα πρόσωπα θεωρούνται συνδεδεμένα πρόσωπα:

 

αα) κάθε πρόσωπο που κατέχει άμεσα ή έμμεσα μετοχές, μερίδια ή συμμετοχή στο κεφάλαιο τουλάχιστον τριάντα τρία τοις εκατό (33%), βάσει αξίας ή αριθμού, ή δικαιώματα σε κέρδη ή δικαιώματα ψήφου,

 

ββ) δύο ή περισσότερα πρόσωπα, εάν κάποιο πρόσωπο κατέχει άμεσα ή έμμεσα μετοχές, μερίδια δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής στο κεφάλαιο τουλάχιστον τριάντα τρία τοις εκατό (33%), βάσει αξίας ή αριθμού, ή δικαιώματα σε κέρδη ή δικαιώματα ψήφου,

 

γγ) κάθε πρόσωπο με το οποίο υπάρχει σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής εξάρτησης ή ελέγχου ή ασκεί καθοριστική επιρροή ή έχει τη δυνατότητα άσκησης καθοριστικής επιρροής άλλου προσώπου ή σε περίπτωση που και τα δύο πρόσωπα έχουν σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής εξάρτησης ή ελέγχου ή δυνατότητα άσκησης καθοριστικής επιρροής από τρίτο πρόσωπο.

 

Άρθρο 3 Υποκείμενα του φόρου

…………………………………………………………………………………

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ

ΚΕΡΔΗ ΑΠΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ

 

Άρθρο 21 Κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα

 

1. Ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα θεωρείται το σύνολο των εσόδων από τις επιχειρηματικές συναλλαγές μετά την αφαίρεση των επιχειρηματικών δαπανών, των αποσβέσεων και των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις. Στα έσοδα από τις επιχειρηματικές συναλλαγές περιλαμβάνονται και τα έσοδα από την πώληση των στοιχείων του ενεργητικού της επιχείρησης, καθώς και το προϊόν της εκκαθάρισης της, όπως αυτά προκύπτουν στη διάρκεια του φορολογικού έτους. Ειδικά, για τον προσδιορισμό του εισοδήματος από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα στα έσοδα από επιχειρηματικές συναλλαγές περιλαμβάνονται τα έσοδα από την παραγωγή γεωργικών, «πτηνοτροφικών»,κτηνοτροφικών, δασοκομικών, υλοτομικών και αλιευτικών προϊόντων. “Ειδικά, για τους ασκούντες ατομική αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα, οι αγροτικές ενισχύσεις και επιδοτήσεις που χορηγούνται στα πλαίσια της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής, περιλαμβάνονται στον προσδιορισμό του κέρδους από αγροτική επιχειρηματική δραστη−

ριότητα μόνο κατά το μέρος των ενισχύσεων και επιδοτήσεων που υπερβαίνει τα δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ, οι δε αγροτικές αποζημιώσεις στο σύνολό τους, δεν συνυπολογίζονται.”

 

*** Η λέξη «πτηνοτροφικών» της παρ.1 προστέθηκε με τη παρ.6.α άρθρου 22 Ν.4223/2013,ΦΕΚ Α 287/31.12.2013.

 

*** Η εντός “” φράση προστέθηκε με την παρ. 1 άρθρου 2 Ν. /2015,ΦΕΚ Α 51/14.5.2015 και ισχύει για τα εισοδήματα που αποκτώνται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά.

 

2. Το κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα προσδιορίζεται για κάθε φορολογικό έτος με βάση το λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσης, ο οποίος συντάσσεται σύμφωνα με το Ελληνικό Λογιστικό Σχέδιο και τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ΚΦΑΣ), όπως ισχύει. Σε περίπτωση που η επιχείρηση εφαρμόζει Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, το κέρδος προσδιορίζεται αποκλειστικά, σύμφωνα με τον πίνακα φορολογικών αποτελεσμάτων χρήσης.

 

3. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως «επιχειρηματική συναλλαγή» θεωρείται κάθε μεμονωμένη ή συμπτωματική πράξη με την οποία πραγματοποιείται συναλλαγή ή και η συστηματική διενέργεια πράξεων στην οικονομική αγορά με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Κάθε τρεις ομοειδείς συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα εντός ενός εξαμήνου θεωρούνται συστηματική διενέργεια πράξεων.

 

«Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται για τους τίτλους του άρθρου 42 που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά «ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης»”, συμπεριλαμβανομένης και της Εναλλακτικής Αγοράς του Χρηματιστηρίου Αθηνών, ή για τα ομόλογα που εκδίδονται από εισηγμένες εταιρείες, καθώς και για τα κρατικά ομόλογα, [εκτός από τις περιπτώσεις όπου ο

φορολογούμενος ασχολείται κατ` επάγγελμα με τις ανωτέρω συναλλαγές].

 

*** Οι λέξεις «ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης» προστέθηκαν στο τρίτο εδάφιο και η μέσα σε [ ] φράση αυτού διαγράφηκε με το άρθρο 88 παρ.1 Ν.4316/2014,ΦΕΚ Α 270/24.12.2014

 

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να προβλέπεται η εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου και σε κάθε άλλη ρυθμιζόμενη αγορά ή άλλους τίτλους. Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι φορολογούμενοι που ασχολούνται κατ` επάγγελμα με τις ανωτέρω συναλλαγές.»

Σε περίπτωση συναλλαγών που αφορούν ακίνητα, η περίοδος του

«δεύτερου» εδαφίου είναι δύο (2) έτη.

 

*** Η λέξη «προηγούμενου» αντικαταστάθηκε με τη λέξη «δεύτερου»,ως άνω, με τη παρ.6.γ άρθρου 22 Ν.4223/2013,ΦΕΚ Α 287/31.12.2013.

 

*** Το μέσα σε [ ] πέμτο εδάφιο της παρ.3,όπως αυτή είχε συμπληρωθεί με τη παρ.6β άρθρου 21 Ν.4223/2013,ΦΕΚ Α 287/31.12.2013, διαγράφηκε και οι κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις καταργήθηκαν με το άρθρο 88 παρ.3 Ν.4316/2014,ΦΕΚ Α 270/24.12.2014.

 

4. Κάθε προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από παράνομη ή αδικαιολόγητη ή άγνωστη πηγή ή αιτία θεωρείται κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.

 

Αρ. πρωτ.: Δ12Α 1061570 ΕΞ 10.4.2014 Η διανομή των κερδών δικηγορικής εταιρείας που τηρεί απλογραφικά βιβλία, γίνεται στους εταίρους που βρίσκονται στη σύνθεσή της κατά την 31.12 εκάστου έτους

 

Δ12Α 1109216 ΕΞ 2014 Φορολογική μεταχείριση εισοδημάτων από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα (άρθ. 29 παρ. 3 του ν.4172/2013)

 

ΠΟΛ.1023/20.1.2014 Εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ν. 4093/2012, υποπαράγραφος Ε1) από 1.1.2014, μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν με το άρθρο 51 του ν. 4223/2013 (ΦΕΚ 287 Α’)

 

ΠΟΛ.1041/4.2.2015 Φορολογική αντιμετώπιση αγροτικού εισοδήματος, από 01.01.2014, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.4172/2013

 

ΠΟΛ.1051/19.2.2015 Τύπος και περιεχόμενο της βεβαίωσης αποδοχών ή συντάξεων και της βεβαίωσης των αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα και υποβολή αυτών με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας μέσω διαδικτύου για το φορολογικό έτος 2014

 

ΠΟΛ.1105/10.4.2014 Καθορισμός φορολογούμενων που ασχολούνται κατ΄ επάγγελμα με τις συναλλαγές τίτλων του άρθρου 42 του ν. 4172/2013 (ΦΕΚ 167Α), σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 21 του ν. 4172/2013

Τροποποίηση, συμπλήρωση και αντικατάσταση διατάξεων του ν. 2331/1995 (ΦΕΚ 173 Α’) και προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2001/97/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και άλλες διατάξεις.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

 

Άρθρο 1

 

Με τις διατάξεις αυτού του νόμου σκοπείται κυρίως η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 2001/97/ΕΚ (L 344/4.12.2001, σελ. 76) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου η οποία τροποποιεί την Οδηγία 91/308/ΕΟΚ (L 166/28.6.1991, σελ. 77) του Συμβουλίου για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και η υιοθέτηση ορισμένων αναθεωρημένων Συστάσεων της Διεθνούς Ομάδας Δράσης για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (FATF). Σκοπείται επίσης η βελτίωση του νομοθετικού, κανονιστικού και λειτουργικού πλαισίου για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Για τους ανωτέρω σκοπούς τροποποιείται ο ν. 2331/1995 (ΦΕΚ 173 Α’) «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες».

 

 

Αρθρο 2

 

  1. Το στοιχείο α’ του άρθρου 1 του ν. 2331/1995, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

 

«α. «Εγκληματικές δραστηριότητες»:

ι) Τα εξής εγκλήματα, καλούμενα βασικά εγκλήματα:

αα) εγκληματική οργάνωση (άρθρο 187 παράγραφοι 1, 2, 4 και 5 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ)),

ββ) τρομοκρατικές πράξεις (άρθρο 187Α ΠΚ),

γγ) χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 187Α ΠΚ,

δδ) παθητική δωροδοκία (άρθρο 235 ΠΚ),

εε) εμπορία ανθρώπων (άρθρο 323Α ΠΚ),

στστ) απάτη με υπολογιστή (άρθρο 386Α ΠΚ),

ζζ) σωματεμπορία (άρθρο 351 ΠΚ),

ηη) τα προβλεπόμενα στα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 8 του ν. 1729/1987 (ΦΕΚ 144 Α’) «καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών»,

θθ) τα προβλεπόμενα στα άρθρα 15 και 17 του ν. 2168/1993 (ΦΕΚ 147 Α’) «όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες κ.λπ.»,

ιι) τα προβλεπόμενα στα άρθρα 2, 53-55, 61 και 63 του ν. 3028/2002 (ΦΕΚ 153 Α’) «για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς»,

ιαια) τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 3 του ν.δ. 181/1974 (ΦΕΚ 347 Α’) «περί προστασίας εξ ιοντιζουσών ακτινοβολιών»,

ιβιβ) τα προβλεπόμενα στο άρθρο 87 παράγραφοι 5, 6, 7 και 8 και στο άρθρο 88 του ν. 3386/2005,

ιγιγ) τα προβλεπόμενα στα άρθρα δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτο του ν. 2803/2000 (ΦΕΚ 48 Α’) «προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων»,

ιδιδ) δωροδοκία αλλοδαπού δημόσιου λειτουργού, όπως προβλέπεται στο άρθρο δεύτερο του ν. 2658/1998 (ΦΕΚ 265 Α’) «για την καταπολέμηση της δωροδοκίας αλλοδαπών δημοσίων λειτουργών σε διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές»,

ιειε) δωροδοκία υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των Κρατών – Μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως προβλέπεται στα άρθρα τρίτο και τέταρτο του ν. 2802/2000 (ΦΕΚ 47 Α’),

ιστιστ) η κατάχρηση αγοράς είτε συντελείται με κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας είτε με χειραγώγηση της αγοράς, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του ν. 3340/2005 (ΦΕΚ 112 Α’).

Ν) Κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι

άνω των έξι μηνών και από την τέλεση της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ.»

 

  1. Το στοιχείο δ’ του άρθρου 1 του ν. 2331/1995 αντικαθίσταται ως εξής:

 

«δ. «Πιστωτικό Ίδρυμα»: Επιχείρηση, η δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην αποδοχή καταθέσεων από το κοινό ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων και στη χορήγηση πιστώσεων για λογαριασμό της ή ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος κατά την έννοια της παραγράφου 16 του άρθρου 2 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α’), καθώς και το στερούμενο ιδίας νομικής προσωπικότητας υποκατάστημα ή γραφείο αντιπροσωπείας στην Ελλάδα πιστωτικού ιδρύματος που έχει την έδρα του στην αλλοδαπή. Περισσότερα υποκαταστήματα στην ημεδαπή του ιδίου αλλοδαπού πιστωτικού ιδρύματος θεωρούνται ως ενιαίο πιστωτικό ίδρυμα. Στον ορισμό αυτόν εμπίπτουν επίσης το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και η Τράπεζα της Ελλάδος.»

 

  1. Το στοιχείο ε’ του άρθρου 1 του ν. 2331/1995 αντικαθίσταται ως εξής:

 

«ε. «Χρηματοπιστωτικός Οργανισμός»: Επιχείρηση, η οποία δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα και της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται σε τοποθετήσεις σε τίτλους ή στην άσκηση μίας ή περισσοτέρων από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα σημεία β’ έως ιβ’ του άρθρου 24 του ν. 2076/1992, καθώς επίσης και: α) οι εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου β) οι εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων γ) οι εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων σε ακίνητη περιουσία

δ) οι εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία ε) οι εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στ) οι εταιρείες επενδυτικής διαμεσολάβησης ζ) τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος η) οι εταιρείες παροχής πιστώσεων θ) οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών διαμεσολάβησης στη μεταφορά κεφαλαίων

ι) τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα χρηματοπιστωτικών οργανισμών, οι οποίοι έχουν την έδρα τους στην αλλοδαπή ια) οι ασφαλιστικές εταιρείες που ασκούν ασφαλίσεις ζωής.»

 

  1. Το στοιχείο στ’ του άρθρου 1 του ν. 2331/1995 αντικαθίσταται ως εξής:

 

«στ. «Αρμόδια Αρχή»: Ως αρμόδια αρχή για τα πρόσωπα των περιπτώσεων α’, γ’, δ’ και ιγ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2α και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών των περιπτώσεων ζ’, η’ και θ’ του στοιχείου ε’ του παρόντος άρθρου ορίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος, για τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς των περιπτώσεων α’ έως στ’ του ίδιου στοιχείου ε’ η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, για τις ασφαλιστικές εταιρείες της περίπτωσης ία’ του ίδιου στοιχείου ε’ η Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, για τα πρόσωπα της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2α η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, για τα πρόσωπα των περιπτώσεων ε’, ζ’, η’, ι’ και ία’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2α το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, για τα πρόσωπα της περίπτωσης ιβ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2α το Υπουργείο Δικαιοσύνης και από τα πρόσωπα της περίπτωσης θ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2α για μεν τα καζίνο του διαδικτύου, το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, για δε τα καζίνο και τις εταιρείες τυχερών παιχνιδιών η Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Τυχερών Παιχνιδιών. Για τα πρόσωπα της περίπτωσης ι’ του ανωτέρω στοιχείου ε’ αρμόδια αρχή είναι η κατά περίπτωση αρμόδια αρχή των ελληνικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών οι οποίοι είναι αντίστοιχοι με τους αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που εγκαθιστούν υποκαταστήματα στην Ελλάδα.»

 

  1. Στο άρθρο 1 του ν. 2331/1995 το υφιστάμενο στοιχείο β’ καταργείται και προστίθενται τα εξής στοιχεία β’, η’, θ’ και ι’:

 

«β. «Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες»: Οι ακόλουθες εκ προθέσεως τελούμενες πράξεις:

– η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσης της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεων του,

– η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, προέλευση, διάθεση ή διακίνηση περιουσίας ή τον τόπο όπου αυτή ευρίσκεται ή αποκτήθηκε ή την κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα,

– η απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει, κατά το χρόνο της κτήσης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες,

– η συμμετοχή σε μία από τις πράξεις που αναφέρουν οι προηγούμενες περιπτώσεις, η σύσταση οργάνωσης για τη διάπραξη της, η απόπειρα διάπραξης, η υποβοήθηση, η υποκίνηση, η παροχή συμβουλών σε τρίτο για τη διάπραξη της ή η διευκόλυνση της τέλεσης της πράξης.»

«η.«Πρόσωπο»: Φυσικό ή νομικό πρόσωπο.» «θ.«Ηλεκτρονική Μεταφορά Κεφαλαίων»: Συναλλαγή πραγματοποιούμενη με πρωτοβουλία του εντολέα μέσω πιστωτικού ιδρύματος ή χρηματοπιστωτικού οργανισμού, με χρήση ηλεκτρονικών μέσων, με σκοπό να τεθεί στη διάθεση του δικαιούχου χρηματικό ποσό σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό. Ο εντολέας και ο δικαιούχος μπορεί να είναι το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο.»

«ι.«Διασυνοριακή Μεταφορά Κεφαλαίων»: Μεταφορά κεφαλαίων στην οποία το πιστωτικό ίδρυμα ή ο χρηματοπιστωτικός οργανισμός που λαμβάνουν την εντολή μεταφοράς κεφαλαίων υπόκεινται σε διαφορετική έννομη τάξη από εκείνη στην οποία υπόκεινται το πιστωτικό ίδρυμα ή ο χρηματοπιστωτικός οργανισμός που θέτουν τα μεταφερόμενα κεφάλαια στη διάθεση του δικαιούχου.»

 

 

Αρθρο 3

 

  1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του ν. 2331/1995 αντικαθίσταται ως εξής:

 

«1.α. Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

β. Ο υπαίτιος των πράξεων του στοιχείου α’ τιμωρείται με κάθειρξη αν έδρασε ως υπάλληλος των νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 2α παράγραφος 1

και με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών αν ασκεί τέτοιου είδους πράξεις κατ’ επάγγελμα ή είναι υπότροπος ή έδρασε στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ή τρομοκρατικής ομάδας ή οργάνωσης.

γ. Με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) ετών τιμωρείται όποιος υπάλληλος των προσώπων του άρθρου 2α παράγραφος 1 ή όποιο άλλο υπόχρεο προς αναφορά υπόπτων συναλλαγών πρόσωπο, παραλείπει από πρόθεση να αναφέρει αρμοδίως ύποπτες ή ασυνήθεις συναλλαγές ή παρουσιάζει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία, κατά παράβαση των σχετικών νομοθετικών, διοικητικών και κανονιστικών διατάξεων και κανόνων.

δ. Η ποινική ευθύνη για βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις των ανωτέρω στοιχείων α’, β’ και γ’ της παραγράφου αυτής. Όμως, στις περιπτώσεις αυτές, ο υπαίτιος τιμωρείται και ως αυτουργός ή ως ηθικός αυτουργός των πράξεων των ανωτέρω στοιχείων α’, β’ και γ’, αν η τέλεση τους από τον ίδιο ή από άλλον εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης. Εάν το βασικό έγκλημα τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, ο ανωτέρω υπαίτιος ή τρίτος τιμωρείται, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν εχώρησε καταδίκη του υπαιτίου για βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή κατ’ αυτού ή τρίτου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό το βασικό έγκλημα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Αν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε δύο ή περισσότερους υπαιτίους για το ίδιο βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή εκάστου υπαιτίου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό το βασικό έγκλημα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα κατ’ αυτού ποινή για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Εάν, στην περίπτωση αυτή, τρίτος διέπραξε ή συμμετείχε στο αδίκημα της νομιμοποίησης από εγκληματικές δραστηριότητες, η ποινή κατ’ αυτού για το αδίκημα αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει την υψηλότερη ποινή που επιβλήθηκε κατά υπαιτίου για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Οι ανωτέρω διατάξεις του παρόντος στοιχείου δ’ ισχύουν με την επιφύλαξη των διατάξεων του στοιχείου β’. Σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαλλαγής του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, αν αυτό τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, αίρεται το αξιόποινο ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος και για τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχείο β’.»

 

  1. Στην παράγραφο 6 του άρθρου 2 του ν. 2331/1995 και μετά το πρώτο εδάφιο προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

 

«Σε περίπτωση που η περιουσία ή το προϊόν κατά το προηγούμενο εδάφιο υπερβαίνει τα 4.000 ευρώ και δεν είναι δυνατόν να κατασχεθεί, κατάσχονται και δημεύονται υπό τους όρους του προηγούμενου εδαφίου περιουσιακά στοιχεία ίσης αξίας προς εκείνη της προαναφερθείσας περιουσίας ή του προϊόντος.»

 

 

Αρθρο 4

 

Μετά το άρθρο 2 του ν. 2331/1995 προστίθεται άρθρο 2α ως εξής:

 

«Αρθρο 2α

 

  1. Στις υποχρεώσεις που επιβάλλονται με τις διατάξεις του πρώτου κεφαλαίου αυτού του νόμου υπόκεινται τα εξής πρόσωπα:

α) τα πιστωτικά ιδρύματα

β) οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί

γ) οι εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης

δ) οι εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων τρίτων

ε) οι εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου

στ) οι ορκωτοί λογιστές, ελεγκτές και εξωτερικοί λογιστές, καθώς και οι ελεγκτικές εταιρείες

ζ) οι φορολογικοί ή φοροτεχνικοί σύμβουλοι και οι εταιρείες φορολογικών ή φοροτεχνικών συμβουλών

η) οι κτηματομεσίτες και οι κτηματομεσιτικές εταιρείες

θ) τα καζίνο, τα καζίνο του διαδικτύου (internet) και οι εταιρείες διοργάνωσης τυχερών παιχνιδιών

ι) οι οίκοι δημοπρασίας

ια) οι έμποροι αγαθών μεγάλης αξίας και οι εκπλειστηριαστές όταν η αξία της συναλλαγής υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ είτε η πληρωμή γίνεται εφάπαξ είτε με δόσεις

ιβ) οι συμβολαιογράφοι και οι δικηγόροι όταν συμμετέχουν είτε βοηθώντας στο σχεδιασμό ή στην υλοποίηση συναλλαγών για τους πελάτες τους σχετικά με την αγορά και πώληση ακινήτων ή επιχειρήσεων, τη διαχείριση χρημάτων, τίτλων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων των πελατών τους, το άνοιγμα ή τη διαχείριση τραπεζικών λογαριασμών ταμιευτηρίου ή λογαριασμών τίτλων, την οργάνωση των εισφορών των αναγκαίων για τη δημιουργία, λειτουργία ή διοίκηση εταιρειών, τη σύσταση, λειτουργία ή διοίκηση καταπιστευματικών εταιρειών, επιχειρήσεων ή ανάλογων μονάδων, είτε ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό των πελατών τους στο πλαίσιο χρηματοοικονομικών συναλλαγών ή συναλλαγών επί ακινήτων. Η παροχή νομικών συμβουλών εξακολουθεί να υπόκειται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου, εκτός εάν ο ίδιος ο νομικός σύμβουλος συμμετέχει σε δραστηριότητες νομιμοποίησης παράνομων εσόδων, εάν οι νομικές συμβουλές παρέχονται με αποκλειστικό σκοπό τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων ή εάν ο δικηγόρος γνωρίζει ότι ο πελάτης του ζητεί νομικές συμβουλές προκειμένου να προβεί σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες·

ιγ) οι ταχυδρομικές εταιρείες, μόνο στην έκταση που ασκούν τη δραστηριότητα της διαμεσολάβησης στη μεταφορά κεφαλαίων. Η Τράπεζα της Ελλάδος, στα πλαίσια της εποπτείας της επί των εταιρειών αυτών, συνεργάζεται με το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών και με την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων.

 

  1. Με αποφάσεις των αρμόδιων αρχών δύνανται να ορίζονται διαφοροποιημένες υποχρεώσεις των προσώπων της παραγράφου 1 οι οποίες προβλέπονται στο πρώτο κεφάλαιο αυτού του νόμου, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος και την οικονομική επιφάνεια των υπόχρεων προσώπων, τη φύση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους και το βαθμό κινδύνου που ενέχουν οι εν λόγω δραστηριότητες και συναλλαγές των προσώπων αυτών ως προς την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

 

  1. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Ανάπτυξης ορίζονται κριτήρια για τον προσδιορισμό των ατομικών επιχειρήσεων και των εταιρειών που υπάγονται στην έννοια των εμπόρων αγαθών μεγάλης αξίας της περίπτωσης ία’ της παραγράφου 1.

 

  1. Με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών για την αδειοδότηση, καταχώρηση, επιχορήγηση ή έλεγχο των εταιρειών, οργανισμών, οργανώσεων, σωματείων και άλλων μορφών ενώσεων προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, καθορίζονται τρόποι, μέτρα και διαδικασίες για την αποτροπή χρησιμοποίησης των ανωτέρω για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνονται ιδίως η τήρηση μητρώου των ανωτέρω από αρμόδια αρχή, ανά κατηγορία και η υποχρεωτική διεκπεραίωση των κυριότερων συναλλαγών τους μέσω πιστωτικού ιδρύματος.

 

  1. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ορίζονται η διαδικασία και οι τεχνικές λεπτομέρειες για τη συλλογή στατιστικών στοιχείων σχετικά με τις εκδικαζόμενες υποθέσεις για αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή για χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και για σχετικές αποφάσεις ή βουλεύματα, καθώς και για τα τυχόν δημευθέντα ή κατασχεθέντα περιουσιακά στοιχεία.

 

  1. Το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών ορίζεται ως κεντρική συντονιστική αρχή για την εφαρμογή των διατάξεων του πρώτου κεφαλαίου αυτού του νόμου, για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μηχανισμών αντιμετώπισης των αδικημάτων της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, για το συντονισμό της δράσης των αρμόδιων αρχών και για τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας μας. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να ορίζονται διαδικασίες και μέτρα για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και για την ανταλλαγή πληροφοριών, μη εμπιστευτικής φύσεως, μεταξύ του ανωτέρω Υπουργείου, της Ανεξάρτητης Αρχής του άρθρου 7 και των αρμόδιων αρχών για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση των υποχρεώσεων των ανωτέρω.

 

  1. Ειδικά για τα αδικήματα της φοροδιαφυγής, λαθρεμπορίας και άλλα αδικήματα της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας που υπάγονται στα βασικά εγκλήματα, ορίζεται η εξής διαδικασία:

α) Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) είναι αρμόδια για την παραπομπή στη δικαιοσύνη υποθέσεων νομιμοποίησης εσόδων από λαθρεμπορία, φοροδιαφυγή και για υποθέσεις που υπάγονται στις λοιπές αρμοδιότητες της εφόσον έχει συντάξει τη σχετική πορισματική αναφορά. Η υποβολή της αναφοράς στη δικαιοσύνη γίνεται μέσω του αρμόδιου Εισαγγελέα της ΥΠ.Ε.Ε. με ενημέρωση της Διεύθυνσης Ειδικών Οικονομικών Υποθέσεων και της Ανεξάρτητης Αρχής του άρθρου 7.

β) Για τις ανωτέρω υποθέσεις για τις οποίες έχουν επιληφθεί οι Δ.Ο.Υ. ή τα ελεγκτικά κέντρα ή τα τελωνεία υποβάλλονται αναφορές στην Ανεξάρτητη Αρχή του άρθρου 7 μέσω των αντίστοιχων Γενικών Διευθύνσεων Φορολογικών Ελέγχων και Τελωνείων.

γ) Τα υπόχρεα πρόσωπα του άρθρου 2α παράγραφος 1 υποβάλλουν αναφορές ύποπτων συναλλαγών που ενδέχεται να σχετίζονται με τα ανωτέρω αδικήματα στην Ανεξάρτητη Αρχή του άρθρου 7, πλην των δικηγόρων που υποβάλλουν αναφορές στην ειδική επιτροπή του άρθρου 4 παράγραφος 19.»

 

 

Αρθρο 5

 

  1. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ν. 2331/1995 προστίθενται τα εξής εδάφια:

 

«Ειδικώς ως προς την ηλεκτρονική μεταφορά κεφαλαίων, με αποφάσεις των αρμόδιων αρχών δύναται να ορίζεται ότι οι υποχρεώσεις της παρούσας παραγράφου ισχύουν για συναλλαγές μικρότερες των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Με τις αποφάσεις του προηγούμενου εδαφίου, οι αρμόδιες αρχές δύνανται, ως προς τις συναλλαγές που υπολείπονται των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, να ορίζουν υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών λιγότερο αυστηρές των προβλεπομένων στην παρούσα παράγραφο, όπως την απλή επαλήθευση, βάσει εγγράφων, των στοιχείων που αναγράφονται στα σχετικά μηνύματα.»

 

  1. Στην παράγραφο 7 του άρθρου 4 του ν. 2331/1995 προστίθενται τα εξής εδάφια:

 

«Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που λαμβάνουν εντολές για διασυνοριακή ηλεκτρονική μεταφορά κεφαλαίων, οφείλουν να περιλαμβάνουν στα σχετικά μηνύματα το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση και, εφόσον τα προς μεταφορά κεφάλαια προέρχονται από λογαριασμό καταθέσεων που τηρείται στο πιστωτικό ίδρυμα που πραγματοποιεί τη μεταφορά, τον αριθμό λογαριασμού του εντολέα.

Με απόφαση της αρμόδιας αρχής μπορούν να καθορίζονται οι πληροφορίες που πρέπει να περιέχονται στα μηνύματα μεταφοράς κεφαλαίων εντός της χώρας. Στην παραπάνω υποχρέωση αναγραφής των στοιχείων του εντολέα δεν υπόκεινται τα μηνύματα που αφορούν μεταφορές κεφαλαίων μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων ή/και χρηματοπιστωτικών οργανισμών για ίδιο λογαριασμό και συγκεκριμένα τα μηνύματα για μεταφορές κεφαλαίων όπου τόσο ο εντολέας όσο και ο δικαιούχος είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικός οργανισμός που ενεργούν για ίδιο λογαριασμό. Στην υποχρέωση αναγραφής στοιχείων του εντολέα δεν υπόκεινται μεταφορές κεφαλαίων λόγω συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν με τη χρήση πιστωτικής ή χρεωστικής κάρτας, εφόσον στο μήνυμα αναγράφεται ο αριθμός της εν λόγω κάρτας. Αν όμως η πιστωτική ή η χρεωστική κάρτα χρησιμοποιείται για μεταφορά κεφαλαίων που δεν συνδέεται με εμπορική συναλλαγή, τα σχετικά μηνύματα υπόκεινται στις ανωτέρω υποχρεώσεις.»

 

  1. Η παράγραφος 9 του άρθρου 4 του ν. 2331/1995 αντικαθίσταται ως εξής:

 

«9.α. Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί οφείλουν: αα) να εξετάζουν με ιδιαίτερη προσοχή κάθε συναλλαγή η οποία από τη φύση της ή από στοιχεία που αφορούν το πρόσωπο ή την ιδιότητα του συναλλασσομένου μπορεί να συνδεθεί με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή με χρηματοδότηση τρομοκρατικών οργανώσεων ή τρομοκρατών, ββ) να θεσπίζουν διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου και επικοινωνίας ώστε να προλαμβάνουν και να εμποδίζουν τη διενέργεια συναλλαγών που συνδέονται με τα ανωτέρω εγκλήματα, γγ) να συνεκτιμούν και το συνολικό χαρτοφυλάκιο το οποίο ενδεχομένως διατηρεί σε αυτά ο συναλλασσόμενος για να εξακριβώσουν τη συνάφεια και συμβατότητα της υπόψη συναλλαγής με το χαρτοφυλάκιο αυτό, δδ) να μεριμνούν ώστε οι διατάξεις της υποπαραγράφου αυτής να εφαρμόζονται στις θυγατρικές εταιρείες και στα υποκαταστήματα τους στο εξωτερικό, εκτός αν αυτό απαγορεύεται, πλήρως ή μερικώς, από τη σχετική αλλοδαπή νομοθεσία, οπότε ενημερώνουν τον αρμόδιο Εισαγγελέα και την Αρχή του άρθρου 7 και εε) να λαμβάνουν κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο που αποφασίζει η αρμόδια αρχή τους για την αποτροπή των ανωτέρω εγκλημάτων, συμπεριλαμβανομένης της μη κατάρτισης της συναλλαγής, εφόσον δεν έχουν ικανοποιηθεί οι όροι της πιστοποίησης και επαλήθευσης της ταυτότητας του συναλλασσομένου, όπως ειδικότερα ορίζεται από τις αρμόδιες αρχές.

β. Με αποφάσεις των αρμόδιων αρχών των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών μπορούν ενδεικτικώς: αα) να εξειδικεύονται τα κριτήρια που οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους τα εποπτευόμενα από αυτές πρόσωπα κατά τον έλεγχο τυχόν σύνδεσης συναλλαγών με τα ανωτέρω εγκλήματα, ββ) να προσδιορίζονται τα ειδικότερα στοιχεία των συναλλαγών ή/και των συναλλασσομένων που οφείλουν τα πρόσωπα αυτά να απαιτούν κατά τις συναλλαγές τους, γγ) να ορίζονται πρόσθετες υποχρεώσεις των προσώπων αυτών για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου και δδ) να καθορίζονται ο τρόπος, τα όργανα και οι λεπτομέρειες ασκήσεως των σχετικών ελέγχων.

γ. Η Τράπεζα της Ελλάδος, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης και η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, συγκροτούν εκάστη, ειδική υπηρεσιακή μονάδα στελεχωμένη με τουλάχιστον δύο υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης, με σκοπό τον έλεγχο της συμμόρφωσης των εποπτευόμενων από αυτές εταιρειών για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους που επιβάλλονται με τις διατάξεις του πρώτου κεφαλαίου αυτού του νόμου. Αυτές οι ειδικές υπηρεσιακές μονάδες συνεπικουρούνται από τους υπαλλήλους των αρμόδιων αρχών και ιδίως από τους ελέγχοντες, άμεσα ή έμμεσα, τις εποπτευόμενες από αυτές εταιρείες. Αυτές οι αρμόδιες αρχές υποβάλλουν κάθε ημερολογιακό εξάμηνο αναλυτική έκθεση στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών σχετικά με την αξιολόγηση των επί μέρους εταιρειών και για τυχόν επιβληθέντα από τις αρχές αυτές μέτρα ή κυρώσεις. Ειδικά για τα πιστωτικά ιδρύματα η σχετική έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος αξιολογεί συνολικά κάθε πιστωτικό ίδρυμα και όχι τα επί μέρους υποκαταστήματα του και η πρώτη σχετική έκθεση υποβάλλεται μετά το πρώτο εξάμηνο του 2006. Η υποβολή των ανωτέρω εκθέσεων στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών πραγματοποιείται κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης περί τραπεζικού, χρηματιστηριακού ή επαγγελματικού απορρήτου.»

 

  1. Στην παράγραφο 10 του άρθρου 4 του ν. 2331/1995 προστίθενται τα εξής εδάφια:

 

«Κάθε χρηματοπιστωτικός όμιλος ορίζει ένα διευθυντικό στέλεχος, από τη μεγαλύτερη εταιρεία του ομίλου, ως συντονιστή για την εξασφάλιση της τήρησης των σχετικών με τις διατάξεις του πρώτου κεφαλαίου του νόμου αυτού υποχρεώσεων των επί μέρους εταιρειών του ομίλου. Προς τούτο το στέλεχος αυτό συνεργάζεται και ανταλλάσσει πληροφορίες με τα ανωτέρω αναφερόμενα διευθυντικά στελέχη των επί μέρους εταιρειών του ομίλου, λαμβάνει γνώση των τυχόν αναφορών τους προς τον αρμόδιο φορέα και δύναται να υποβάλει αναφορές και ο ίδιος στον αρμόδιο φορέα. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να ορίζονται λεπτομέρειες και τεχνικά ζητήματα των ανωτέρω δύο εδαφίων, ιδίως η νομική έννοια του ομίλου και τα κριτήρια προσδιορισμού της μεγαλύτερης εταιρείας κάθε ομίλου. Με αποφάσεις των αρμόδιων αρχών που εποπτεύουν τη μεγαλύτερη εταιρεία κάθε ομίλου δύνανται να προσδιορίζονται διαδικασίες και υποχρεώσεις που πρέπει να τηρούν οι όμιλοι και οι εταιρείες κάθε ομίλου. Οι ανωτέρω αποφάσεις κοινοποιούνται στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών.»

 

  1. Στην παράγραφο 11 του άρθρου 4 του ν. 2331/1995 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

 

«Υποχρέωση προς ενημέρωση του αρμόδιου φορέα δεν έχουν τα πρόσωπα της περίπτωσης ιβ’ του άρθρου 2α όταν οι σχετικές πληροφορίες αποκτήθηκαν από ή σχετικά με πελάτη τους, κατά την εξακρίβωση της νομικής θέσης του πελάτη ή όταν ασκούν το καθήκον τους προς υπεράσπιση ή τον εκπροσωπούν στο πλαίσιο ή σχετικά με κάποια δικαστική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων των συμβουλών που δόθηκαν στον πελάτη τους για την κίνηση ή την αποφυγή οποιασδήποτε διαδικασίας, ανεξαρτήτως αν οι πληροφορίες αυτές λαμβάνονται ή αποκτώνται πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά από τη διαδικασία αυτή.»

 

  1. Η παράγραφος 8 του άρθρου 4 του ν. 2331/1995, όπως ισχύει, καταργείται και προστίθεται στο άρθρο αυτό νέα παράγραφος 14α ως εξής:

 

«14.α. Με την επιφύλαξη τυχόν ειδικών διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας, σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων πιστωτικού ιδρύματος ή χρηματοπιστωτικού οργανισμού, οι οποίες απορρέουν από τον παρόντα νόμο ή τις κανονιστικές διατάξεις που εκδίδουν οι αρμόδιες αρχές, επιβάλλονται σε βάρος του κυρώσεις, με απόφαση της αρμόδιας αρχής. Ειδικότερα, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να επιβάλλει, κατά των πιστωτικών ιδρυμάτων και των εποπτευόμενων από αυτήν χρηματοπιστωτικών οργανισμών, τις διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται από το καταστατικό της (άρθρο 55Α) και την ισχύουσα νομοθεσία.»

 

  1. Στο άρθρο 4 του ν. 2331/1995 προστίθεται νέα παράγραφος 18 ως εξής:

 

«18. Στις προηγούμενες παραγράφους του άρθρου αυτού οι λέξεις «τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τα πρόσωπα του άρθρου 2α», εφαρμοζόμενης της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 2α.»

 

  1. Στο άρθρο 4 του ν. 2331/1995 προστίθεται νέα παράγραφος 19 ως εξής:

 

«19. Στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του πρώτου κεφαλαίου του νόμου αυτού και της υποχρέωσης των δικηγόρων για υποβολή αναφορών ύποπτων συναλλαγών, συνιστάται επιτροπή η οποία λαμβάνει, αξιολογεί, επεξεργάζεται και διαβιβάζει τις αναφορές αυτές προς τον αρμόδιο φορέα. Η επιτροπή αυτή απαρτίζεται από πέντε μέλη, οριζόμενα με τριετή θητεία από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος και εδρεύει στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από γνώμη της ανωτέρω Ολομέλειας, ορίζεται ο τρόπος λειτουργίας της επιτροπής αυτής, καθώς και η διαδικασία συνεργασίας και επικοινωνίας της με τον αρμόδιο φορέα.»

 

  1. Στο άρθρο 4 του ν. 2331/1995 προστίθεται νέα παράγραφος 20 ως εξής:

 

«20. Οι διαχειριστές των αγορών μετοχών, παραγώγων και συναλλάγματος υποχρεούνται να διαθέτουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς και διαδικασίες για την αποτροπή και τον άμεσο εντοπισμό πιθανών περιπτώσεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και να αναφέρουν στην Ανεξάρτητη Αρχή του άρθρου 7 χωρίς καθυστέρηση τις περιπτώσεις για τις οποίες ευλόγως υποπτεύονται ότι πραγματοποιούνται τα ανωτέρω αδικήματα, γνωστοποιώντας όλες τις σχετικές πληροφορίες και στοιχεία και παρέχοντας κάθε αναγκαία βοήθεια για τη διερεύνηση τους. Στις ανωτέρω αγορές περιλαμβάνονται και τα Πολυμερή Συστήματα Διαπραγμάτευσης χρηματοπιστωτικών μέσων, καθώς και «εσωτερικοποιημένες» αγορές τέτοιων μέσων που λειτουργούν εντός πιστωτικού ιδρύματος ή Ε.Π.Ε.Υ..»

 

 

Αρθρο 6

 

Στο άρθρο 5 του ν. 2331/1995 προστίθεται παράγραφος 5, ως εξής:

 

«5. Στις περιπτώσεις που η έρευνα για τη νομιμοποίηση εσόδων από βασικό έγκλημα ή για τον εντοπισμό περιουσίας γίνεται από την Ανεξάρτητη Αρχή του άρθρου 7, η απαγόρευση κίνησης λογαριασμών ή η απαγόρευση μεταβίβασης ή εκποίησης οποιουδήποτε άλλου περιουσιακού στοιχείου, μπορεί σε επείγουσες περιπτώσεις να διαταχθεί από τον Πρόεδρο της, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που προβλέπονται παραπάνω.»

 

 

Αρθρο 7

 

Το άρθρο 7 του ν. 2331/1995 αντικαθίσταται ως εξής:

 

«Αρθρο 7

 

  1. Συνιστάται Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή με την επωνυμία «Εθνική Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες». Η Αρχή εδρεύει στην Αθήνα και έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται ο ακριβής τόπος των συνεδριάσεων της Αρχής.
  2. Η Αρχή συγκροτείται από Πρόεδρο και έντεκα Μέλη. Η θητεία του Προέδρου και των Μελών της Αρχής είναι τριετής, δυνάμενη να ανανεωθεί.
  3. Πρόεδρος της Αρχής διορίζεται επί τιμή Ανώτατος Δικαστικός ή Εισαγγελικός Λειτουργός ή πρόσωπο εγνωσμένου κύρους, ευρείας κοινωνικής αποδοχής και εμπειρίας στο χρηματοπιστωτικό τομέα. Ο Πρόεδρος επιλέγεται και διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης και γνώμη της Επιτροπής θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Ο Πρόεδρος της Αρχής είναι δημόσιος λειτουργός πλήρους απασχόλησης. Κατά τη διάρκεια της θητείας του αναστέλλεται η άσκηση οποιουδήποτε άλλου δημόσιου λειτουργήματος. Ο Πρόεδρος της Αρχής δεν επιτρέπεται να ασκεί καμία επαγγελματική δραστηριότητα ή να αναλαμβάνει άλλα καθήκοντα, αμειβόμενα ή μη, στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, με εξαίρεση διδακτικά καθήκοντα Μελών Δ.Ε.Π. A.E.I, υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης.
  4. Τα Μέλη της Αρχής και οι αναπληρωτές τους διορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ως Μέλη διορίζονται: α) δύο πρόσωπα που προτείνονται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με τους αναπληρωτές τους, β) από ένα πρόσωπο που προτείνεται από τους Υπουργούς Εθνικής Αμυνας, Δικαιοσύνης, Δημόσιας Τάξης και Εμπορικής Ναυτιλίας με τον αναπληρωτή του, γ) ένα πρόσωπο που προτείνεται από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος με τον αναπληρωτή του, δ) ένα πρόσωπο που προτείνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με τον αναπληρωτή του, ε) ένα πρόσωπο που προτείνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, με τον αναπληρωτή του, στ) ένα πρόσωπο που προτείνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, με τον αναπληρωτή του και ζ) ένα πρόσωπο που προτείνεται από τον Πρόεδρο της Ενωσης Ελληνικών Τραπεζών, με τον αναπληρωτή του. Τα Μέλη της Αρχής πρέπει να διακρίνονται για την επιστημονική τους κατάρτιση και την επαγγελματική τους ικανότητα και εμπειρία στον τραπεζικό, οικονομικό ή νομικό τομέα.
  5. Μέχρι την έκδοση της κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης για τη διαπίστωση του χρόνου έναρξης λειτουργίας της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του ν. 3229/2004 (ΦΕΚ 38 Α’), στην ανωτέρω περίπτωση δ’ το Μέλος της Αρχής με τον αναπληρωτή του ορίζονται από τον Υπουργό Ανάπτυξης
  6. Η Αρχή έχει τις εξής αρμοδιότητες:

α) συγκεντρώνει, διερευνά και αξιολογεί τις πληροφορίες που διαβιβάζονται σε αυτήν και σχετίζονται με ύποπτες συναλλαγές νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 6 του ν. 2331/1995-

β) δέχεται, διερευνά και αξιολογεί κάθε πληροφορία σχετική με συναλλαγές νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες που διαβιβάζεται σε αυτήν από αλλοδαπούς φορείς, με τους οποίους και συνεργάζεται για την παροχή κάθε δυνατής συνδρομής·

γ) έχει πρόσβαση σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής τήρησης και επεξεργασίας δεδομένων, περιλαμβανομένου του συστήματος Τειρεσίας. Στο πλαίσιο των ερευνών της δεν ισχύει το φορολογικό απόρρητο·

δ) μπορεί να διενεργεί οικονομικούς ελέγχους, σε σοβαρές κατά την κρίση της περιπτώσεις, σε οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία ή σε οργανισμούς και επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση άλλης Αρχής-

ε) ζητά, κατά τη διάρκεια των ελέγχων της προηγούμενης περίπτωσης, στοιχεία που αφορούν την κίνηση τραπεζικών λογαριασμών ή λογαριασμών άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων

στ) ζητά τη συνεργασία υπηρεσιών και οργανισμών οποιασδήποτε μορφής και την παροχή στοιχείων, ακόμα και από δικαστικές αρχές, εξ αφορμής του ελέγχου και της έρευνας στοιχείων σχετικών με εγκληματικές δραστηριότητες νομιμοποίησης εσόδων, προερχόμενων από την τέλεση των εγκλημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 1·

ζ) ενημερώνει εγγράφως ή με ασφαλές ηλεκτρονικό

μέσο τον διαβιβάζοντα την πληροφορία ότι την έλαβε και του παρέχει άλλα σχετικά στοιχεία χωρίς όμως να παραβιάζεται το απόρρητο των προανακριτικών της ενεργειών ή να δυσχεραίνεται η άσκηση των αρμοδιοτήτων της·

η) αξιολογεί και διερευνά πληροφορίες και αναφορές που διαβιβάζονται σε αυτή από αρμόδιους φορείς της χώρας μας ή από τα αρμόδια όργανα διεθνών οργανισμών και αφορούν το έγκλημα της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας, σύμφωνα με την αριθμ. 1373/2002 Απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και με τους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης αριθ. 467/2001, 2580/2001 και 308/2002 όπως και με κάθε άλλη συναφή προς το θέμα αυτό πράξη των διεθνών οργανισμών και λαμβάνει τα απαραίτητα σχετικά μέτρα για την εφαρμογή των ανωτέρω πράξεων.

  1. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο Πρόεδρος και τα Μέλη της Αρχής έχουν υποχρέωση να τηρούν τις αρχές της αντικειμενικότητας και αμεροληψίας και έχουν καθήκον να τηρούν εχεμύθεια για πληροφορίες, των οποίων λαμβάνουν γνώση κατά την άσκηση των καθηκόντων τους για πέντε έτη μετά την ακούσια ή εκούσια αποχώρηση τους από την Αρχή.
  2. Η Αρχή υποστηρίζεται από επιστημονικό, διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό που αποσπάται από τα Υπουργεία και τους δημόσιους φορείς που αναφέρονται στην παράγραφο 4, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος των Υπουργείων Εθνικής Αμυνας, Δημόσιας Τάξης και Εμπορικής Ναυτιλίας. Για το σκοπό αυτόν, με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ύστερα από πρόταση του Προέδρου της Αρχής, συνιστώνται και κατανέμονται έως πενήντα (50) συνολικά θέσεις, οι οποίες πληρούνται μόνο με απόσπαση. Ειδικότερα, σε θέσεις επιστημονικού προσωπικού αποσπώνται άτομα με ειδικές γνώσεις και εμπειρία σε αντιμετώπιση υποθέσεων νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Οι αποσπάσεις του προσωπικού που αναφέρεται στα προηγούμενα εδάφια γίνονται κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του αρμόδιου Υπουργού, ύστερα από πρόταση του Προέδρου της Αρχής. Οι υπηρετούντες με απόσπαση στην Αρχή λαμβάνουν το σύνολο των πάσης φύσεως αποδοχών και επιδομάτων από την υπηρεσία από την οποία έχουν αποσπασθεί, πλην αυτών που σχετίζονται με την ενεργό άσκηση των καθηκόντων τους.
  3. Για τα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο αυτόν και τα συναφή με αυτά, οι υπάλληλοι της Αρχής θεωρούνται ειδικοί προανακριτικοί υπάλληλοι. Οι υπάλληλοι αυτοί δεν κωλύονται να εξεταστούν ως μάρτυρες στο ακροατήριο εκ του ότι ενήργησαν ανακριτικές πράξεις για τα εγκλήματα τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του νόμου αυτού και τα συναφή με αυτά. Ο Πρόεδρος και τα Μέλη της Αρχής, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 243 Κ.Π.Δ., εποπτεύουν τους προαναφερόμενους ειδικούς προανακριτικούς υπαλλήλους κατά τη διενέργεια προανάκρισης και προκαταρτικής εξέτασης. Η εποπτεία αυτή συνίσταται ιδίως στο δικαίωμα να ενημερώνονται για όλες τις πληροφορίες ή καταγγελίες που περιέρχονται στις υπηρεσίες της Αρχής, να λαμβάνουν γνώση όλων των υποθέσεων που χειρίζονται και να παρακολουθούν την πορεία τους, να δίδουν οδηγίες, να κατευθύνουν και να παρίστανται κατά τη διενέργεια των ανακριτικών πράξεων. Κατά τη διάρκεια της προδικαστικής έρευνας επιτρέπεται, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, η προσαγωγή μαρτύρων και υπόπτων στην έδρα της Αρχής για εξέταση. Η κατά τα ανωτέρω σχηματιζόμενη δικογραφία διαβιβάζεται μετά την περάτωση της στον αρμόδιο για την ποινική δίωξη Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.
  4. Όταν η Αρχή θεωρεί ορισμένη σύμβαση ή συναλλαγή ύποπτη νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, συντάσσει αιτιολογημένο πόρισμα και το αποστέλλει μαζί με το φάκελο της υπόθεσης στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Σε διαφορετική περίπτωση θέτει την υπόθεση στο αρχείο, από όπου είναι δυνατόν να ανασυρθεί, συσχετιζόμενη με την ίδια ή με οποιαδήποτε άλλη ύποπτη κατά την προαναφερόμενη έννοια, σύμβαση ή συναλλαγή.
  5. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται τα ειδικότερα θέματα που αφορούν τη λειτουργία της Αρχής.
  6. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης, οι αποδοχές του Προέδρου, η αποζημίωση των Μελών, καθώς και τυχόν πρόσθετες αμοιβές του προσωπικού που υπηρετεί με απόσπαση και βαρύνουν τις πιστώσεις του προϋπολογισμού του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών.
  7. Ο Πρόεδρος της Αρχής και τα Μέλη αυτής υποβάλλουν κατ’ έτος στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου την προβλεπόμενη από το ν. 3023/2002 (ΦΕΚ 146 Α’), όπως εκάστοτε ισχύει, δήλωση περιουσιακής κατάστασης.»

 

 

Αρθρο 8

 

Στο άρθρο 18 του ν. 3148/2003 (ΦΕΚ 136 Α’ ) προστίθεται νέα παράγραφος 3α ως εξής:

 

«3α. Η χορήγηση άδειας λειτουργίας και η εποπτεία των ταχυδρομικών εταιρειών διέπεται από τις ειδικές διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας περί παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών. Οι ανωτέρω εταιρείες υποχρεούνται να γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος την τυχόν ενεργοποίηση τους στον τομέα της διαμεσολάβησης στη μεταφορά κεφαλαίων, προκειμένου να ασκείται εκ μέρους της ο έλεγχος της εφαρμογής από τις εταιρείες αυτές των διατάξεων του ν. 2331/1995, καθώς και των κανονιστικών διατάξεων ή εγκυκλίων που η Τράπεζα της Ελλάδος εκδίδει ως αρμόδια αρχή, κατ’ εξουσιοδότηση του προαναφερόμενου νόμου.»

 

 

Αρθρο 9

 

Η θητεία των μελών της Επιτροπής που ορίσθηκαν με την Απόφαση 11910/Β.665/31.3.2005 του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, σύμφωνα με το ν. 2331 /1995, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το νόμο αυτόν, παρατείνεται έως τη συγκρότηση της Ανεξάρτητης Αρχής του άρθρου 7 του ν. 2331/1995.

 

 

Αρθρο 10

 

  1. Στο π.δ. 178/2000 (ΦΕΚ 165 Α’) άρθρο 8 μετά την παράγραφο 5 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:

 

«6. Η αξιολόγηση της εφαρμογής της νομοθεσίας για την αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας από τους αρμόδιους εποπτικούς φορείς και από τα υποκείμενα στις υποχρεώσεις της νομοθεσίας αυτής φυσικά και νομικά πρόσωπα, καθώς και η εισήγηση για τη λήψη σχετικών μέτρων για το μη κερδοσκοπικό τομέα.»

 

  1. Στο π.δ. 178/2000 (ΦΕΚ 165 Α’) άρθρο 8 μετά την υποπαράγραφο δ’ προστίθεται υποπαράγραφος ε’ με αναρίθμηση της υποπαραγράφου ε’ σε στ’. Η νέα υποπαράγραφος ε’ έχει ως εξής:

 

«ε) Τμήμα Αντιμετώπισης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας.

Η παρακολούθηση και η αξιολόγηση της εφαρμογής της σχετικής με τα ανωτέρω αδικήματα νομοθεσίας από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές και από τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που υπόκεινται στις υποχρεώσεις αυτής της νομοθεσίας.»

 

 

Αρθρο 11

 

Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται η Επιτροπή του άρθρου 7 του ν. 2331/1995, νοείται εφεξής η Εθνική Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες.

 

 

Αρθρο 12

 

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν.2256/1994 (ΦΕΚ 209 Α’), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 18 του ν.2622/1998 (ΦΕΚ 138 Α’), αντικαθίσταται ως εξής:

 

«3. Το ως άνω Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και απαρτίζεται από έναν εισαγγελικό λειτουργό, ως πρόεδρο, ο οποίος ορίζεται με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση για μία τριετία, που μπορεί να ανανεώνεται και από έξι ανώτατους ή ανώτερους αξιωματικούς της Ελληνικής Αστυνομίας, ως μέλη.»

 

 

Αρθρο 13

 

Σύσταση ανώνυμης αεροπορικής εταιρείας

 

  1. Το Ελληνικό Δημόσιο, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, δύναται να συστήσει ανώνυμη αεροπορική εταιρεία.

 

  1. Σκοπός της Εταιρείας είναι, ιδίως:

α) Η εκτέλεση και εκμετάλλευση αεροπορικών μεταφορών με επιβάτες, εμπορεύματα και εν γένει οποιασδήποτε φύσεως φορτία, όπως και η μεταφορά ταχυδρομείου, εκτελουμένων δια τακτικών ή εκτάκτων πτήσεων, εσωτερικού (εντός Ελληνικής Επικρατείας) και διεθνών, είτε με ιδιόκτητα είτε με μισθωμένα αεροσκάφη και άλλα πτητικά μέσα.

β)Η άσκηση κάθε άλλης, συναφούς με τις ανωτέρω, αεροπορικής, εμπορικής, τουριστικής εργασίας και εκμετάλλευσης (συμπεριλαμβανομένων ιδίως υπηρεσιών επίγειας εξυπηρέτησης, τεχνικής συντήρησης αεροσκαφών), στις οποίες περιλαμβάνεται και κάθε άλλη εργασία δυνατή να εξυπηρετήσει άμεσα ή έμμεσα τους σκοπούς της εταιρείας.

 

  1. Στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, εκτός του Ελληνικού Δημοσίου, μπορούν να συμμετέχουν απεριορίστως, είτε εξ αρχής είτε στη συνέχεια:

α) ημεδαπά ή αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοοικονομικοί οίκοι της ημεδαπής ή αλλοδαπής,

β) οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης Α’ και Β’ βαθμού.

 

  1. Η εταιρεία δεν ανήκει στον δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α’), λειτουργεί κατά τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και διέπεται από τη νομοθεσία περί ανωνύμων εταιρειών, όπως κάθε φορά ισχύει. Διατάξεις νόμων, που αναφέρονται σε επιχειρήσεις, οργανισμούς ή φορείς γενικά του ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν αφορούν στην εταιρεία, εκτός αν ορίζεται ρητά ότι εφαρμόζονται και σε αυτήν. Η εταιρεία υπάγεται στην εποπτεία των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών.

 

  1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, η οποία δημοσιεύεται στο Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, καταρτίζεται το καταστατικό της εταιρείας. Κάθε τροποποίηση του καταστατικού πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2190/1920.

 

  1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών ρυθμίζεται κάθε θέμα, που αφορά στη συμμετοχή ή μη του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης Α’ και Β’ βαθμού, σε μελλοντικές αυξήσεις του εταιρικού κεφαλαίου, καθώς και η τυχόν παραίτηση αυτών από τα αναλογούντα σε αυτούς δικαιώματα προτιμήσεως στην έκδοση νέων μετοχών.

 

  1. Το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται στη Γενική Συνέλευση από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών.

 

 

Αρθρο 14

 

Οι διατάξεις του παρόντος νόμου ισχύουν από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις του. Από την ημέρα της ανωτέρω δημοσίευσης καταργείται κάθε άλλη διάταξη που έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος και ιδίως τα στοιχεία α’ και β’ του άρθρου τέταρτου του ν. 2655/1998 (ΦΕΚ 264 Α’).

 

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

Κύρωση της από 28 Ιουνίου 2013 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Παράταση προθεσμίας υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης υποχρέων του ν. 3213/2003» (Α’ 154).

Άρθρο πρώτο
Κυρώνεται και έχει ισχύ νόμου από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η από 28 Ιουνίου 2013 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου «Παράταση προθεσμίας υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης υποχρέων του ν. 3213/2003», που δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθμόν 154 Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (Τεύχος Α’) και έχει ως εξής:

«ΠΡΑΞΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ
Παράταση προθεσμίας υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης υποχρέων του ν. 3213/2003

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:
1.Την παράγραφο 1 του άρθρου 44 του Συντάγματος.
2.Την έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης να παραταθεί η προθεσμία υποβολής της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης των υποχρέων σε δήλωση του ν. 3213/2003 (Α’ 309) λόγω της παράτασης της προθεσμίας υποβολής φορολογικών δηλώσεων.
3.Τη σχετική πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, αποφασίζουμε:
Άρθρο 1
Η προθεσμία υποβολής της δήλωσης της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003 από τους υπόχρεους σε δήλωση της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παραπάνω νόμου, ειδικά για το οικονομικό έτος 2013 (χρήση 2012) παρατείνεται μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2013.
Άρθρο 2 Έναρξη Ισχύος
Η ισχύς της παρούσας, η οποία θα κυρωθεί νομοθετικά κατά το άρθρο 44 παράγραφος 1 του Συντάγματος, αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 28 Ιουνίου 2013

Άρθρο δεύτερο
Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
Αθήνα, 6 Νοεμβρίου 2013

Ν.4206/2013 – ΦΕΚ 246/Α/7-11-2013

Κύρωση της από 28 Ιουνίου 2013 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Παράταση προθεσμίας υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης υποχρέων του ν. 3213/2003» (Α’ 154).

ΝΟΜΟΣ 4065/2012
(ΦΕΚ Α-77/09.04.2012)

Τροποποίηση του ν. 3213/2003 «Δήλωση και έλεγχος περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημοσίων λειτουργών, ιδιοκτητών MMΕ και άλλων κατηγοριών προσώπων» και άλλες διατάξεις.

Άρθρο 1
1. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 21 του ν. 3023/2002 (A΄ 146) Επιτροπή διευρύνεται με τη συμμετοχή ενός καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και ενός καθηγητή του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών οριζόμενων με τους αναπληρωτές τους κατά τις ισχύουσες διατάξεις και συμμετέχουν σε αυτή μέχρις ολοκληρώσεως του αναφερόμενου στη συνέχεια έργου, σύμφωνα με τις συμπληρωματικώς προς τις ήδη ισχύουσες για αυτήν, διατάξεις που ακολουθούν.
Σκοπός της Επιτροπής με την ειδική αυτή σύνθεση είναι ο επανέλεγχος ή και ο αρχικός έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης ετών 1974 έως και 2012 των εν ζωή ευρισκόμενων πολιτικών (κοινοβουλευτικών και εξωκοινοβουλευτικών) που διετέλεσαν ή διατελούν, από το έτος 1974 έως και το 2012 Πρωθυπουργοί, Αρχηγοί πολιτικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στο Εθνικό Κοινοβούλιο, Υπουργοί, Αναπληρωτές Υπουργοί και Υφυπουργοί Κυβερνήσεων, καθώς και των συζύγων και των ανηλίκων τέκνων τους.
2. Ο επανέλεγχος ή και ο αρχικός έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης από την Επιτροπή του άρθρου 21 του ν. 3023/2002 (A΄ 146) περιλαμβάνει, πέραν της διαπίστωσης του αληθούς περιεχομένου αυτών, τη συγκριτική ανάλυση της εν γένει οικονομικής κατάστασης των ανωτέρω προσώπων, καθώς και των συζύγων και ανηλίκων τέκνων τους, δύο (2) έτη πριν, καθ’ όλη τη διάρκεια κτήσης της ιδιότητας, καθώς και για δύο (2) έτη μετά την, για οποιονδήποτε λόγο, παύση της ιδιότητας, καθώς και τη διακρίβωση, εάν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, η απόκτηση νέων ή η επαύξηση υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων από τα ανωτέρω πρόσωπα, δικαιολογείται από το ύψος των πάσης φύσεως εσόδων τους, σε συνδυασμό με τις δαπάνες διαβίωσής τους.
3. Ο Πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής απολαμβάνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους προσωπικής, διοικητικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και δεσμεύονται μόνο από το νόμο και τη συνείδησή τους.
4. Η Επιτροπή συγκαλείται με απόφαση του Προέδρου της. Το αργότερο εντός ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος, διαβιβάζεται σε αυτή κατάλογος των ελεγχόμενων προσώπων και κάθε άλλο στοιχείο που μπορεί να υποβοηθήσει το έργο της Επιτροπής. Ο κατάλογος συντάσσεται με επιμέλεια του Προέδρου της Βουλής.
5. Για την εκπλήρωση της αποστολής της αυτής, η Επιτροπή μπορεί να αναθέτει τη διενέργεια λογιστικής ή οικονομικής πραγματογνωμοσύνης ή άλλων ελεγκτικών πράξεων σε ορκωτούς ελεγκτές και ειδικούς επιστήμονες, οι οποίοι εξετάζουν λεπτομερώς τις υποβληθείσες δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης και τα συνοδεύοντα δικαιολογητικά και συντάσσουν αναλυτική έκθεση που υποβάλλεται στην Επιτροπή για την υποβοήθηση του έργου της.
6. Με απόφαση του Προέδρου της Βουλής ειδικώς για το έργο του επανελέγχου της περιουσιακής κατάστασης των ανωτέρω προσώπων από την Επιτροπή του άρθρου 21 του ν. 3023/2002 (Α΄ 146) με την κατά την παρ. 1 του παρόντος διευρυμένη σύνθεσή της και μόνον καθορίζονται ο αριθμός των ελεγκτών και ειδικών επιστημόνων, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία ορισμού τους, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
7. Στον έλεγχο που διεξάγεται από την Επιτροπή, καθώς και για την πραγματοποίηση των ελεγκτικών πράξεων που ενεργούνται κατ’ εντολή της από ορκωτούς ελεγκτές, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για το τραπεζικό, χρηματιστηριακό και φορολογικό απόρρητο.
8. Η Επιτροπή όσο και οι ορκωτοί ελεγκτές προβαίνουν σε κάθε πρόσφορη και απαραίτητη, για την επίτευξη του σκοπού του επανελέγχου, νόμιμη ενέργεια.
Μπορούν ιδίως: α) να ζητούν πληροφορίες και στοιχεία από οποιαδήποτε Αρχή, Υπηρεσία ή Οργανισμό του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, χωρίς την προηγούμενη συναίνεση ή τη συγκατάθεση του ελεγχομένου, οι οποίες έχουν αντιστοίχως, την υποχρέωση να δώσουν τις ζητούμενες πληροφορίες και τα στοιχεία που βρίσκονται στην κατοχή τους και β) να διατάσσουν την προσκόμιση εγγράφων και την κλήση μαρτύρων, τους οποίους εξετάζουν σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, η Επιτροπή, δια του Προέδρου της, μπορεί να καλεί τους ελεγχόμενους για να δώσουν διευκρινίσεις ή να προσκομίσουν συμπληρωματικά παραστατικά στοιχεία, εντός ρητής προθεσμίας είκοσι (20) ημερών, η οποία μπορεί να παραταθεί, με απόφαση του Προέδρου της, για ισόχρονο διάστημα.
9. Όποιος εμποδίζει, με οποιονδήποτε τρόπο το ελεγκτικό έργο και ιδίως αρνείται την παροχή στοιχείων στην Επιτροπή τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών.
10. Η δαπάνη από τη λειτουργία της Επιτροπής βαρύνει τον Προϋπολογισμό της Βουλής.
11. Με απόφαση του Προέδρου της Βουλής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζεται κάθε θέμα που αφορά στο αντικείμενο, στη διαδικασία ελέγχου, καθώς επίσης στην οργάνωση και λειτουργία της Επιτροπής για τον επανέλεγχο των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των ανωτέρω προσώπων.
12. α) Ο έλεγχος της Επιτροπής ολοκληρώνεται εντός ενός (1) έτους από τη δημοσίευση του παρόντος.
β) Μετά το πέρας του ελέγχου συντάσσεται αναλυτική έκθεση στην οποία προσαρτάται ως παράρτημα τυχόν έκθεση ορκωτών ελεγκτών. Η έκθεση της Επιτροπής, με το παράρτημα της, υποβάλλεται αμέσως στον Πρόεδρο της Βουλής και δημοσιεύεται, με φροντίδα της Επιτροπής, σε δύο τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας. Εφόσον διαπιστωθεί ανάγκη διερεύνησης θεμάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα φορολογικής ή άλλης αρχής, η έκθεση αποστέλλεται στην αρχή αυτή.
γ) Ειδικότερα, εφόσον από τον διενεργηθέντα έλεγχο προκύψει αδικαιολόγητη απόκτηση ή επαύξηση περιουσιακών στοιχείων του ελεγχόμενου προσώπου, του/της συζύγου ή του ανήλικου τέκνου του, διατάσσεται, από τη Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, σε βάρος του ελεγχομένου και προ πάσης εκδίκασης στα διοικητικά ή ποινικά δικαστήρια, δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών και θυρίδων, δήμευση του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου ή καταλογισμού χρηματικού ποσού ίσης αξίας με το περιουσιακό όφελος που αδικαιολόγητα απέκτησε ή προσαύξησε ο ίδιος, ο/η σύζυγος του ή ανήλικο τέκνο του και συντάσσεται σχετική έκθεση, η οποία αποστέλλεται στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Αν ανακύπτει περίπτωση ποινικής ευθύνης, η έκθεση αποστέλλεται στο αρμόδιο για την άσκηση ποινικής δίωξης όργανο.
Ο καταλογισμός χρηματικού ποσού γίνεται υπέρ του Δημοσίου από το αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

Άρθρο 2
Η παράγραφος 2 του άρθρου 2 του ν. 3213/2003, αντικαθίσταται ως εξής:
«2.α. Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στην παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου συντάσσονται σε ειδικό έντυπο, το οποίο υπόκειται σε ηλεκτρονική επεξεργασία από αυτοτελή ειδική βάση δεδομένων, που εγκαθίσταται για το σκοπό αυτόν. Μετά την ηλεκτρονική επεξεργασία, πρέπει να προκύπτει ευκρινώς το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και η αξία τους ανά κατηγορία περιουσιακών στοιχείων, και, ιδίως: α) η συνολική αξία των ακινήτων, όπως αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με το σύστημα των αντικειμενικών αξιών και όπου τούτο δεν ισχύει, ακόμη προσδιορίζεται από την αξία και τη χρονολογία κτήσεως που τυχόν αναφέρονται στον οικείο τίτλο, β) το συνολικό ποσό σε ευρώ (€) των κάθε μορφής καταθέσεων που διατηρούνται σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα,
γ) η συνολική αξία των μετοχών, μεριδίων ή συμμετοχών σε ημεδαπά και αλλοδαπά νομικά πρόσωπα, των ομολόγων και λοιπών χρεωστικών τίτλων κάθε είδους, των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και των παράγωγων χρηματοοικονομικών προϊόντων κάθε είδους και εν γένει οποιουδήποτε άλλου χρηματοπιστωτικού μέσου, δ) η συνολική αξία των πλωτών και εναέριων μεταφορικών μέσων, των κάθε χρήσης οχημάτων. Για τα περιουσιακά στοιχεία των περιπτώσεων β΄, γ΄ και δ΄ αναγράφεται η αξία και η χρονολογία κτήσης.
β. Το περιεχόμενο του ειδικού εντύπου των δηλώσεων, αναφορικά με τον τρόπο αναλυτικής παράθεσης των περιουσιακών στοιχείων για τα πρόσωπα που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως και ε΄, της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου καθορίζεται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής. Το αντίστοιχο περιεχόμενο του ειδικού εντύπου των δηλώσεων, για τα λοιπά υπόχρεα πρόσωπα, καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.»

Άρθρο 3
Η παράγραφος 3 του άρθρου 2 του ν. 3213/2003, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 παρ. 1 του ν. 3979/2011, αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που ορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 1 του παρόντος αναρτώνται στο διαδικτυακό τόπο της Βουλής με μέριμνα του Προέδρου της Επιτροπής του άρθρου 21 του ν. 3023/2002 (A΄ 146), όπως ισχύει, ο οποίος καθορίζει τη μορφή, τον τύπο, τα προς δημοσίευση στοιχεία, τη χρονική διάρκεια της ανάρτησης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Η δημοσίευση στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης που υποβάλλουν τα πρόσωπα που ορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 1 επιτρέπεται υπό την προϋπόθεση ότι δημοσιεύεται ολόκληρο το κείμενο τους. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι επιτρεπτή η επιλεκτική δημοσιοποίηση ονομαστικών στοιχείων. Κάθε παράβαση της διάταξης αυτής τιμωρείται πέραν της προβλεπόμενης ποινής φυλάκισης από το άρθρο 7 παρ. 2 έξι (6) μηνών τουλάχιστον και με χρηματική ποινή από 5.000 μέχρις 100.000 ευρώ.»

Άρθρο 4
Στο άρθρο 2 του ν. 3213/2003 προστίθεται παράγραφος 5 ως ακολούθως:
«5.α) Για τη διασφάλιση της διαφάνειας στο δημόσιο βίο και εν όψει της σημασίας της αντίστοιχης συμμετοχής του καθενός στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας και για τη διευκόλυνση του ελέγχου της δήλωσης τους, οι υπόχρεοι σε δήλωση περιουσιακής κατάστασης της παρ. 1 του άρθρου 1 κατά την υποβολή της ή μέσα στην προθεσμία αυτής, καθώς και οι σύζυγοί τους και αμφότεροι για τα ανήλικα τέκνα τους:
αα) Δύνανται να συνυποβάλλουν ειδική δήλωση του εξής περιεχομένου:
«Παραιτούμαι ρητώς και ανεκκλήτως υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από κάθε ενοχικό ή εμπράγματο δικαίωμα μου επί οποιουδήποτε ακινήτου ή κινητού πράγματος ή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού ή άυλου τίτλου ή οποιουδήποτε άλλου περιουσιακού στοιχείου, όπως ενδεικτικώς αναφέρεται και θεωρείται κατά την παράγραφο 1α του άρθρου 2 του ν. 3213/2003 αν για οποιονδήποτε λόγο η καταγραφή του δικαιώματος αυτού στην υποβληθείσα ή συνυποβαλλόμενη δήλωση περιουσιακής μου κατάστασης κατά τα άρθρα 1 και 2 του ν. 3213/2003 έχει παραλειφθεί. Η παραίτηση μου αυτή ισχύει για όλα τα εν λόγω περιουσιακά μου στοιχεία, είτε αυτά βρίσκονται στην Ελλάδα είτε στην αλλοδαπή, ακόμη και αν τα εξ αυτών δικαιώματα ασκούνται από τρίτον, εξουσιοδοτημένο ή μη να τα ασκεί στο όνομα του ή στο όνομα μου. Η παραίτηση μου αυτή ισχύει ως δήλωση μεταβίβασης των παραπάνω δικαιωμάτων μου προς το Δημόσιο και διέπεται από το ελληνικό δίκαιο.
Παρέχω, επίσης, την ειδική και ανέκκλητη πληρεξουσιότητα και εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό Οικονομικών της Ελληνικής Δημοκρατίας, σε περίπτωση παράλειψης ή ανακριβούς ή αναληθούς δήλωσης και ειδικώς για περιουσιακό στοιχείο όπως ενδεικτικώς αναφέρεται και θεωρείται κατά την παράγραφο 1α του άρθρου 2 του ν. 3213/2003 που βρίσκεται στην αλλοδαπή, να διενεργεί όλες τις απαραίτητες, κατά το ελληνικό και αλλοδαπό δίκαιο, διατυπώσεις, περιγραφές και διαδικασίες για τη μεταβίβαση του περιουσιακού αυτού στοιχείου στο Δημόσιο.
Ζητώ από έκαστο και από όλα τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα οποιασδήποτε χώρας της αλλοδαπής να μου γνωστοποιήσουν εγγράφως εάν αναφέρομαι ως κύριος ή καταπιστευματικός κύριος ή πληρεξούσιος ή δικαιούχος υπογραφής σε τραπεζικό λογαριασμό οποιασδήποτε μορφής ή σε επενδυτικό λογαριασμό οποιασδήποτε μορφής και ανεξαρτήτως ειδικότερης ονοματολογίας (συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε χρηματοοικονομικού προϊόντος) ή ως εκπρόσωπος ή καταπιστευματικός κύριος ή πληρεξούσιος ή δικαιούχος υπογραφής αντίστοιχου λογαριασμού νομικού προσώπου ή άλλης οντότητας, ο οποίος λογαριασμός να τηρείται στο ως άνω ίδρυμα. Σε περίπτωση καταφατικής αναφοράς παρακαλώ να μου γνωρίσετε εγγράφως το ύψος του οικείου λογαριασμού και την κίνηση αυτού της τελευταίας πενταετίας μέχρι και της ημέρας παραλαβής του παρόντος αιτήματος μου και να μου χορηγήσετε αντίγραφο των μεταξύ μας σχετικών συμβάσεων και των σχετικών με αυτές άλλων εγγράφων και στοιχείων.
Παρακαλώ η σχετική γνωστοποίηση και τα αντίγραφα να αποσταλούν με αποκλειστικά δικές μου δαπάνες τόσο σε εμένα στην ανωτέρω διεύθυνση μου όσο και στη Βουλή των Ελλήνων, Πλατεία Συντάγματος, 10021, Αθήνα, καθώς επίσης στον Υπουργό Οικονομικών της Ελληνικής Δημοκρατίας που εδρεύει στην Αθήνα. Περαιτέρω, παρέχω ανεκκλήτως στον Πρόεδρο της Επιτροπής Ελέγχου των Οικονομικών Πολιτικών Κομμάτων και Υποψηφίων Βουλευτών και στον Υπουργό Οικονομικών της Ελληνικής Δημοκρατίας την εντολή και πληρεξουσιότητα όπως αμφότεροι από κοινού ή χωριστά οιοσδήποτε εξ αυτών, όταν το κρίνει σκόπιμο, διαβιβάσουν στο όνομα και για λογαριασμό μου την παρούσα αίτηση στη Διεθνή Ενωση Τραπεζών για τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα στα οποία απευθύνεται και είναι μέλη της, καθώς και ατομικώς σε οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα οποιασδήποτε χώρας, καθώς και να παραλάβουν κάθε σχετική απάντηση ή έγγραφο.
Δηλώνω ρητώς ότι παραιτούμαι από κάθε δικαίωμα και εν γένει προστασία που μου παρέχει οποιοσδήποτε νόμος ως προς το απόρρητο των οικείων στοιχείων, καθώς και από κάθε ρήτρα εμπιστευτικότητας και ότι παραιτούμαι από κάθε τυχόν απαίτησή μου έναντι εκάστου πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος για τις ενέργειες στις οποίες θα προβεί σε συμμόρφωση με το ανωτέρω αίτημα μου.»
αβ) Σε περίπτωση που δεν συνυποβάλλουν την ανωτέρω υπό στοιχείο αα) ειδική δήλωση, υποχρεούνται να παρέχουν ειδική και ανέκκλητη εξουσιοδότηση και πληρεξουσιότητα, με συμβολαιογραφικό έγγραφο που συντάσσεται ατελώς, με την οποία θα εξουσιοδοτούν τον Πρόεδρο της Επιτροπής Ελέγχου των Οικονομικών Πολιτικών Κομμάτων και Υποψηφίων Βουλευτών και τον Υπουργό Οικονομικών της Ελληνικής Δημοκρατίας, ως ειδικοί τους πληρεξούσιοι, αμφότεροι από κοινού ή χωριστά, να ζητούν και να λαμβάνουν πληροφορίες εξ ονόματός τους και για λογαριασμό τους για κάθε περιουσιακό στοιχείο, το οποίο τους ανήκει κατά κυριότητα ή κατά χρήση είτε αυτό βρίσκεται στην Ελλάδα είτε στην αλλοδαπή, ακόμη και αν τα εξ αυτών δικαιώματα ασκούνται από τρίτον, εξουσιοδοτημένο ή μη να τα ασκεί στο όνομά του ή στο όνομά τους, από ξένες δημόσιες αρχές, τραπεζικά, πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, νομικά ή φυσικά πρόσωπα. Να ζητούν από έκαστο και από όλα τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα οποιασδήποτε χώρας της αλλοδαπής να τους γνωστοποιούν εγγράφως εάν οι υπόχρεοι αναφέρονται ως κύριοι ή καταπιστευματικοί κύριοι ή πληρεξούσιοι ή δικαιούχοι υπογραφής σε τραπεζικό λογαριασμό οποιασδήποτε μορφής ή σε επενδυτικό λογαριασμό οποιασδήποτε μορφής και ανεξαρτήτως ειδικότερης ονοματολογίας (συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε χρηματοοικονομικού προϊόντος) ή ως εκπρόσωποι ή καταπιστευματικοί κύριοι ή πληρεξούσιοι ή δικαιούχοι υπογραφής αντίστοιχου λογαριασμού νομικού προσώπου ή άλλης οντότητας, ο οποίος λογαριασμός να τηρείται στο ως άνω ίδρυμα. Σε περίπτωση καταφατικής αναφοράς να ζητούν εγγράφως το ύψος του οικείου λογαριασμού και την κίνηση αυτού της τελευταίας πενταετίας μέχρι και της ημέρας παραλαβής του σχετικού αιτήματος και να ζητούν τη χορήγηση αντιγράφων των μεταξύ των μερών σχετικών συμβάσεων και των σχετικών με αυτές άλλων εγγράφων και στοιχείων.
Οι υπόχρεοι ταυτοχρόνως δηλώνουν ρητώς ότι παραιτούνται από κάθε δικαίωμα και εν γένει προστασία που τους παρέχει οποιοσδήποτε νόμος ως προς το απόρρητο των οικείων στοιχείων, καθώς και από κάθε ρήτρα εμπιστευτικότητας και ότι παραιτούνται από κάθε τυχόν απαίτησή τους έναντι εκάστου πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος για τις ενέργειες στις οποίες θα προβεί ο ειδικός πληρεξούσιος σε συμμόρφωση με την εντολή αυτή και την πληρεξουσιότητα που παρέχει.
β) Η απόκτηση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας ή των λοιπών δικαιωμάτων του κατά τα άνω παραιτουμένου ολοκληρώνεται με πράξη αποδοχής του Υπουργού Οικονομικών και με τη δημοσίευση της πράξης αυτής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διατύπωση ή δήλωση, πλην της καταχώρισης της παραίτησης και της πράξης του Υπουργού σε δημόσια βιβλία, όπου αυτό απαιτείται.
Ως προς τα ενοχικά δικαιώματα απαιτείται αναγγελία στον οφειλέτη.
γ) Η παραπάνω πράξη του Υπουργού και οι σχετικές δημοσιεύσεις διενεργούνται μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα κατά την οποία αποδεδειγμένα γνωστοποιούνται στον Υπουργό με οποιονδήποτε τρόπο τα παραλειφθέντα περιουσιακά στοιχεία ή κατά την οποία ο Υπουργός ενημερώνεται αποδεδειγμένα με άλλον τρόπο για την παράλειψη. Από τη γνωστοποίηση ή ενημέρωση του Υπουργού για νέες παραλείψεις τρέχει νέα τρίμηνη προθεσμία. Η εκπρόθεσμη διενέργεια των πράξεων του Υπουργού δεν αίρει την εγκυρότητά τους, αλλά συνιστά παράβαση καθήκοντος, αν τούτο οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια. Η πράξη αποδοχής του Υπουργού, όταν πρόκειται για ενοχικά δικαιώματα, για τα οποία δεν ισχύει η αρχή της ειδικότητας, μπορεί να γίνει και πριν από την ως άνω ενημέρωση και να αφορά και αβέβαιες απαιτήσεις ή σύνολο απαιτήσεων, οπότε η απόκτηση του ενοχικού δικαιώματος θα τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της ύπαρξης και του προσδιορισμού του ποσού των απαιτήσεων.
δ) Πιστωτικά ιδρύματα της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, στα οποία οι παραιτούμενοι έχουν καταθέσεις οποιασδήποτε μορφής, από τη στιγμή που θα ενημερωθούν από το Ελληνικό Δημόσιο ότι στη δήλωση των παραιτουμένων δεν περιλαμβάνονται οι καταθέσεις αυτές ή όλες οι καταθέσεις αυτές, θα αναγνωρίζουν ως δικαιούχο των παραλειφθεισών καταθέσεων το Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον τούτο έχει προβεί στην αντίστοιχη πράξη αποδοχής, με συνέπεια να μην υφίσταται το τραπεζικό απόρρητο έναντι του κατά τα άνω δικαιούχου Ελληνικού Δημοσίου, οποιοδήποτε δίκαιο και αν διέπει τους εν λόγω λογαριασμούς.
Για τη μεταβίβαση των παραπάνω δικαιωμάτων στο Δημόσιο δεν οφείλεται φόρος, τέλος ή εισφορά υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή οποιουδήποτε τρίτου και όλες οι πράξεις ή καταχωρίσεις γίνονται ατελώς από τους αρμοδίους.
ε) Εάν για οποιαδήποτε νομική ή πραγματική αιτία δεν καταστεί δυνατή η μεταβίβαση εντός της ανωτέρω προθεσμίας, ο Υπουργός Οικονομικών με πράξη του καταλογίζει υπέρ του Δημοσίου στον ελεγχόμενο χρηματικό ποσό ίσης αξίας με το μη δηλωθέν περιουσιακό στοιχείο. Η αξία του περιουσιακού στοιχείου για τους σκοπούς του ανωτέρω καταλογισμού προσδιορίζεται από το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών εντός προθεσμίας ενός μηνός από την προς τούτο αίτηση του Υπουργού Οικονομικών. Η ανωτέρω πράξη του Υπουργού Οικονομικών είναι αμέσως εκτελεστή κατά του υπόχρεου και η είσπραξη του καταλογισθέντος ποσού γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).
στ) Το Δημόσιο οφείλει να ειδοποιήσει το συντομότερο δυνατόν για την παράλειψή του τον παραιτηθέντα, ο οποίος εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ειδοποίηση αυτή δύναται, μόνο στην περίπτωση που αποδεικνύει τη νόμιμη προέλευσή του και ότι η μη υποβολή ή η υποβολή ανακριβούς ή ελλιπούς δήλωσης δεν οφείλεται σε δόλο, να προσφύγει στα αρμόδια Δικαστήρια για την αναστολή ή ακύρωση της σχετικής μεταβίβασης των δικαιωμάτων του στο Δημόσιο, ή της πράξης καταλογισμού εις βάρος του ποσού ίσης αξίας προς το μη δηλωθέν περιουσιακό στοιχείο. Η αναστολή επιτρέπεται μόνο αν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ανεπανόρθωτης υλικής βλάβης του παραιτηθέντος. Την εκδίκαση αίτησης ακύρωσης ή αναστολής το αρμόδιο Δικαστήριο προσδιορίζει εντός τριών μηνών από την κατάθεση του δικογράφου. Αναβολή της συζήτησης δεν επιτρέπεται παρά για μία και μόνο δικάσιμο εντός (3) τριών μηνών από την επομένη της αναβολής.
ζ) Οι ειδικές δηλώσεις των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις A΄ έως και ε΄ της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου συντάσσονται σε ειδικό έντυπο το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής. Το αντίστοιχο περιεχόμενο του εντύπου της ειδικής δήλωσης για τα λοιπά υπόχρεα πρόσωπα καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
η) Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, κατά παρέκκλιση της ισχύουσας νομοθεσίας, κάμπτεται οποιοδήποτε επαγγελματικό απόρρητο, περιλαμβανομένης της εκ του νόμου υποχρέωσης εχεμύθειας οποιουδήποτε δημόσιου λειτουργού ή υπαλλήλου, εάν στην περίπτωση αυτή κρίνεται τούτο αναγκαίο από την κατά το άρθρο 7 του ν. 3213/2003 Επιτροπή, ενώ είναι ανίσχυρες και δεν παράγουν έννομες συνέπειες οποιεσδήποτε συμβατικές ή νόμιμες υποχρεώσεις εχεμύθειας ή εμπιστευτικότητας οποιουδήποτε έναντι του υπόχρεου, οι οποίες αφορούν σε μη δηλωθέντα περιουσιακά στοιχεία του. Οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο συμβάλλει είτε στη γνωστοποίηση στην κατ’ άρθρο 21 του ν. 3023/2002 Επιτροπή ή σε οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή, ότι υπόχρεος σε δήλωση περιουσιακής κατάστασης, κατά τον παρόντα νόμο, δεν περιέλαβε συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο σε αυτή είτε στην αποκάλυψη ότι περιουσιακό στοιχείο που δηλώθηκε είναι μη νόμιμης προέλευσης, απαλλάσσεται από τυχόν ποινικές, διοικητικές, φορολογικές ή αστικές ευθύνες του έναντι του υπόχρεου, σχετικές με το, δηλωθέν ή μη, περιουσιακό στοιχείο. Σε περίπτωση, όμως, που δεν συνέτρεξε ή δεν συντρέχει ποινική ευθύνη του σε σχέση με το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο, έχει τα δικαιώματα του ευρέτη και εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 1086 και 1087 Α.Κ.»

Άρθρο 5
Μετά το τελευταίο (τρίτο) εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 3213/2003, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 4 του ν. 3327/2005 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 3932/2011, προστίθενται τέταρτο και πέμπτο εδάφια ως εξής:
«Αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της περίπτωσης α΄ της παρ. 5 του άρθρου 2, συντάσσεται σχετική έκθεση, η οποία αποστέλλεται στον Υπουργό Οικονομικών.
Εφόσον διαπιστωθεί ανάγκη διερεύνησης θεμάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Επιτροπής του άρθρου 7 του ν. 3691/2008 ή φορολογικής ή άλλης αρχής, η έκθεση αποστέλλεται και στην αρχή αυτή.»

Άρθρο 6
Στο τέλος του άρθρου 3 του ν. 3213/2003 προστίθεται νέα παράγραφος 7 ως ακολούθως:
«7. Τα αναφερόμενα στο άρθρο 5 του ν. 3691/2008 πρόσωπα έχουν υποχρέωση να ενημερώνουν αμελλητί τις αρμόδιες επιτροπές του παρόντος άρθρου όταν γνωρίζουν ή έχουν σοβαρές ενδείξεις ή υποψίες ότι διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί οποιαδήποτε παράβαση των υποχρεώσεων των ελεγχόμενων που απορρέουν από τον παρόντα νόμο ή τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού υπουργικές αποφάσεις.»

Άρθρο 7
Στο άρθρο 6 του ν. 3213/2003 προστίθενται νέες παράγραφοι 4 και 5 ως ακολούθως:
«4. Τρίτος ο οποίος εν γνώσει του συμπράττει στην υποβολή ανακριβούς δήλωσης και ιδίως στην παράλειψη δήλωσης περιουσιακών στοιχείων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή.
5. Τα φυσικά πρόσωπα και οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων του άρθρου 5 του ν. 3691/2008 που παραβιάζουν την υποχρέωση γνωστοποίησης της παρ. 7 του άρθρου 3 του παρόντος τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.»

Άρθρο 8
Η περίπτωση β΄ της παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«β. Τα περιουσιακά στοιχεία που δεν δηλώθηκαν στην περίπτωση κάποιου από τα αδικήματα των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 6, και εφόσον δεν έχει προηγηθεί εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 2, δημεύονται με την καταδικαστική απόφαση, εκτός αν ο υπαίτιος αποδεικνύει τη νόμιμη προέλευσή τους και ότι η μη υποβολή ή η υποβολή ανακριβούς ή ελλιπούς δήλωσης δεν οφείλεται σε δόλο.»

Άρθρο 9
1. Το στοιχείο ζ΄ του άρθρου 1 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως εξής: «οι περιφερειάρχες, αντιπεριφερειάρχες, οι πρόεδροι των περιφερειακών συμβουλίων, οι γενικοί γραμματείς αποκεντρωμένης διοίκησης, καθώς και οι προϊστάμενοι υπηρεσιακών μονάδων της περιφέρειας».
2. Στο τέλος του τελευταίου εδαφίου του στοιχείου ιε΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003, όπως προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 3868/2010 (Α΄ 129) προστίθενται οι λέξεις «…. καθώς και σε πανεπιστημιακές κλινικές.»
3. Το στοιχείο ιστ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως εξής: «ιστ΄. Τα μέλη και οι προϊστάμενοι υπηρεσιακών μονάδων της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας και της Επιτροπής Ανταγωνισμού.»

Άρθρο 10
1. Στην αρχή του εδαφίου 1γ της πρώτης παραγράφου του άρθρου 2 του ν. 3213/2003 προστίθενται τα εξής:
«Μετά την αρχική δήλωση, στην ετήσια δήλωση τους οι υπόχρεοι δηλώνουν μόνον τις μεταβολές που επήλθαν στην περιουσιακή τους κατάσταση κατά το χρονικό διάστημα που αφορά η δήλωση.»
2. Στο άρθρο 2 του ν. 3213/2003 προστίθεται νέα, τελευταία παράγραφος ως ακολούθως:
«Ελλείψεις ή ανακρίβειες της δήλωσης που οφείλονται σε ελαφρά αμέλεια, μπορούν να συμπληρωθούν από τον υπόχρεο αυθορμήτως και προ πάσης κίνησης εις βάρος του οποιασδήποτε αρμόδιας αρχής».

Άρθρο 11
Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

Αθήνα, 6 Απριλίου 2012

Κατεβάσετε επίσης το αρχείο με το πρωτότυπο κείμενο, όπως είναι δημοσιευμένο στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.) του Εθνικού Τυπογραφείου

Ν.4065/2012 – ΦΕΚ Α-77/09-4-2012

Τροποποίηση του ν. 3213/2003 «Δήλωση και έλεγχος περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημοσίων λειτουργών, ιδιοκτητών MMΕ και άλλων κατηγοριών προσώπων» και άλλες διατάξεις

Πλεόνασμα ύψους 1,577 δισ. ευρώ έναντι στόχου για 503 εκατ. ευρώ εμφανίζει ο προϋπολογισμός τον Ιανουάριο. 
Σύμφωνα με τα στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού, σε τροποποιημένη ταμειακή βάση, για την περίοδο του Ιανουαρίου 2018 το πρωτογενές αποτέλεσμα ανήλθε στα 1,852 δισ. ευρώ έναντι στόχου για 722 εκατ. ευρώ και ύστερα από πρωτογενές πλεόνασμα 1,019 δισ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα.
Το ύψος των καθαρών εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθε σε 4.753 εκατ. ευρώ παρουσιάζοντας αύξηση κατά 860 εκατ. ευρώ ή 22,1%  έναντι του στόχου.Τα καθαρά έσοδα του τακτικού προϋπολογισμού ανήλθαν σε 4.148 εκατ. ευρώ, 
αυξημένα κατά 361 εκατ. ευρώ ή 9,5% έναντι του στόχου.

Ειδικότερα, την περίοδο Ιανουαρίου 2018 αύξηση έναντι του στόχου 
παρατηρήθηκε στις εξής κύριες κατηγορίες εσόδων:
α) Φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων κατά 16 εκατ. ευρώ ή 3,5%,,
β) Φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων κατά 14 εκατ. ευρώ ή 193,2%,
γ) Φόροι στην περιουσία κατά 14 εκατ. ευρώ ή 4,4%,
δ) Άμεσοι φόροι ΠΟΕ κατά 71 εκατ. ευρώ ή 21,8%,
ε) Λοιποί άμεσοι φόροι κατά 23 εκατ. ευρώ ή 22,2%,
στ) Λοιποί φόροι συναλλαγών κατά 13 εκατ. ευρώ ή 50,3%,
ζ) Λοιποί ΕΦΚ (καπνού, κλπ) κατά 18 εκατ. ευρώ ή 8,0%,
η) Έμμεσοι φόροι ΠΟΕ κατά 96 εκατ. ευρώ ή 41,8%,
θ) Απολήψεις από Ε.Ε.  κατά 117 εκατ. ευρώ ή 2621,3%,
ι) Έσοδα ΝΑΤΟ κατά 34 εκατ. ευρώ.

Μειωμένα έναντι του στόχου την ίδια περίοδο ήταν τα έσοδα στις κάτωθι βασικές κατηγορίες:
α) ΕΦΚ ενεργειακών προϊόντων κατά 30 εκατ. ευρώ ή 8,0%,
β) Λοιπά μη φορολογικά έσοδα κατά 31 εκατ. ευρώ ή 9,2%.

Οι επιστροφές εσόδων (εξαιρουμένων των επιστροφών από το πρόγραμμα εκκαθάρισης ληξιπρόθεσμων οφειλών) ανήλθαν σε 325 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας  μείωση κατά 6 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου (331 εκατ. ευρώ).

Τα έσοδα του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) ανήλθαν σε 604 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 498 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου.

Οι δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού για την περίοδο του Ιανουαρίου 2018 ανήλθαν στα 3.176 εκατ. ευρώ και παρουσιάζονται μειωμένες κατά 215  εκατ. ευρώ έναντι του στόχου (3.391 εκατ. ευρώ). Ειδικότερα, οι δαπάνες 
του τακτικού προϋπολογισμού ανήλθαν σε 3.092 εκατ. ευρώ και είναι μειωμένες κατά 123 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου. Μειωμένες έναντι του στόχου ήταν κυρίως οι δαπάνες για αποδιδόμενους πόρους κατά 52 εκατ. 
ευρώ.

Οι δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού παρουσιάζονται μειωμένες σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2017 κατά 206 εκατ. ευρώ. Έχουν καταβληθεί επιπλέον 67 εκατ. ευρώ για το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης και 19 
εκατ. ευρώ για επιδοτήσεις γεωργίας.
Οι δαπάνες του ΠΔΕ διαμορφώθηκαν σε 83 εκατ. ευρώ παρουσιάζοντας μείωση έναντι του στόχου κατά 92 εκατ. ευρώ.

Αύριο στις 6μμ θα διεξαχθεί η νέα δημόσια κλήρωση για τις συναλλαγές του Ιανουαρίου 2018. Αυτό ανακοίνωσε η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων. 

Πρόκειται για την 13η φορολοταρία που αφορά δαπάνες που κάνουν οι φορολογούμενοι με κάρτες και άλλα ηλεκτρονικά μέσα συναλλαγών.
Οι φορολογούμενοι μπορούν να ενημερωθούν για τα αποτελέσματα της κλήρωσης μέσα από την ιστοσελίδα της ΑΑΔΕ στην διεύθυνση aade.gr.

Σε αναβάθμιση – έκπληξη του ελληνικού αξιόχρεου σε Β3 από Caa2 προχώρησε ο οίκος Moody’s διατηρώντας θετικό outlook.

Είναι η τρίτη αναβάθμιση μετά από αυτές της Fitch και της S&P, η οποία ωστόσο ήταν πιο επιφυλακτική, ενώ η Moody’s δείχνει πιο αισιόδοξη σε ό,τι αφορά την έξοδο της χώρας στις αγορές χωρίς να χρειαστεί προληπτική γραμμή στήριξης.

Υπενθυμίζεται ότι την Παρασκευή και η Fitch προχώρησε σε αναβάθμιση του αξιόχρεου της Ελλάδας κατά μία βαθμίδα, σε “Β” από “Β-“, με θετικό το outlook.

Οι τρεις αυτές αναβαθμίσεις ήρθαν σε συνέχεια του κλεισίματος της αξιολόγησης και παρά το γεγονός ότι στο πρόσφατο Eurogroup εκφράστηκαν επιφυλάξεις και δόθηκαν τελεσίγραφα στην ελληνική κυβέρνηση.

Οι διεθνείς οίκοι εκτιμούν ότι έχει εξομαλυνθεί η πορεία της οικονομίας και μπορεί ευκολότερα η Ελλάδα να βγει στις αγορές.

Αξίζει να σημειωθεί ότι την αναβάθμιση του διεθνούς οίκου ανακοίνωσε από το βήμα της Βουλής και ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας.

Ο οίκος σημειώνει ότι οι λόγοι για την αναβάθμιση της χώρας είναι: 

  1. Η Ελλάδα έχει πετύχει αξιόλογη δημοσιονομική και θεσμική βελτίωση υπό το πρόγραμμα προσαρμογής, η οποία εκτιμάται ότι θα διατηρηθεί τα επόμενα χρόνια. Αυτές οι βελτιώσεις θα στηρίξουν την ανάκαμψη της οικονομίας και του τραπεζικού τομέα. 
  2. Ο οίκος πιστεύει πως η Ελλάδα θα ολοκληρώσει επιτυχώς το τρίτο πρόγραμμα προσαρμογής και θα επιστρέψει στην χρηματοδότηση από τις αγορές. Η «καθαρή έξοδος» θα στηριχθεί βραχυπρόθεσμα από σημαντικό “μαξιλάρι” ρευστότητας και μεσοπρόθεσμα από την ισχυρή δέσμευση των δανειστών της ευρωζώνης να παράσχουν πρόσθετη ελάφρυνση χρέους.  
  3. Το ρίσκο μιας στάσης πληρωμών ή αναδιάρθρωσης του χρέους που βρίσκεται στα χέρια ιδιωτών έχει μειωθεί σημαντικά. Ενώ η Ελλάδα βρισκόταν σε αντίστοιχο σημείο καμπής στα μέσα του 2014, ο οίκος θεωρεί ότι το ρίσκο ανατροπής ή εκτροχιασμού της δημοσιονομικής και οικονομικής προόδου που έχει επιτευχθεί είναι σημαντικά χαμηλότερο.  

 

To θετικό outlook σημαίνει ότι ο οίκος μπορεί να αναβαθμίσει περαιτέρω το ελληνικό αξιόχρεο εάν οι μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν οδηγήσουν σε αποτελέσματα που είναι πιο θετικά έναντι των εκτιμήσεων, οδηγώντας σε διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη και πιο έντονη μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους, στο πλαίσιο σταθερού πολιτικού περιβάλλοντος.

Το όριο αξιολόγησης για τα ομόλογα αυξήθηκε επίσης στο Ba2 από B3 αντανακλώντας το μειωμένο ρίσκο εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Αντίστοιχα, το «ταβάνι» αξιολόγησης για τις καταθέσεις έχει αυξηθεί σε Β3 από Caa2.

Εκδόθηκε από την Γ΄Μονάδα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης η με αριθμ. πρωτ.: 65/Γ/2018 εγκύκλιος αναφορικά με τη σύνταξη των καταλόγων υπόχρεων για Δηλώσεις Περιουσιακής Κατάστασης (Δ.Π.Κ.) και Οικονομικών Συμφερόντων (Δ.Ο.Σ.) για το έτος 2018 (χρήση 2017).

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 1 με τίτλο «Υπόχρεοι σε Δήλωση» του ν. 3213/2003, ορίζεται ότι «Το μήνα Φεβρουάριο κάθε έτους διαβιβάζεται, κατά περίπτωση, στα αρμόδια όργανα ελέγχου κατάλογος των ελεγχόμενων προσώπων.»

Εν αναμονή της έκδοσης της νέας Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ), η οποία πρόκειται να αντικαταστήσει την ακυρωθείσα από το Συμβούλιο της Επικρατείας

 

 

ΚΥΑ με αριθμό 1069/19.10.2017 (ΦΕΚ Β’ 3702), καλούνται οι αρμόδιες υπηρεσίες διοίκησης/διοικητικού/προσωπικού των φορέων, στους οποίους υπάγονται οι υπόχρεοι σε Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης (Δ.Π.Κ.) και Οικονομικών Συμφερόντων (Δ.Ο.Σ.) προς τη Γ’ Μονάδα της “Αρχής” για το έτος 2018 (χρήση 2017), να ολοκληρώσουν έγκαιρα τις όποιες τυχόν εσωτερικές τους διαδικασίες για τη σύνταξη του ετήσιου καταλόγου 2018, βάσει όσων προβλέπονται στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003, όπως ισχύει.

Στον κατάλογο των υπόχρεων σε Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. του έτους 2018, πρέπει να περιλαμβάνονται όσοι απέκτησαν, διατηρούσαν ή απώλεσαν ιδιότητα από 1/1/2017 έως 31/12/2017.

Διευκρινίζεται ότι, η ηλεκτρονική υποβολή του καταλόγου ακολουθεί χρονικά τη σύνταξή του και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τον κατάλογο που πρέπει να συντάσσεται και να υπογράφεται αρμοδίως και να παραμένει στο αρχείο του φορέα υπόχρεων, καθώς είναι πιθανό να αναζητηθεί σε περίπτωση ελέγχου. Οι πιστοποιημένοι χρήστες των φορέων υπόχρεων ενημερώνουν την ηλεκτρονική εφαρμογή με τα δεδομένα του καταλόγου, που έχει αρμοδίως συνταχθεί και υπογραφεί, όταν ενημερωθούν σχετικά από τα όργανα ελέγχου.

Προκειμένου να είναι εφικτή η ανάρτηση του καταλόγου, παρακαλούνται οι αρμόδιες υπηρεσίες διοίκησης/διοικητικού/προσωπικού των φορέων, στους οποίους υπάγονται οι υπόχρεοι για Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. (εφεξής Φορείς Υπόχρεων, π.χ. Νοσοκομεία, Δήμοι, κ.ο.κ.), να ορίσουν – στην περίπτωση που δεν έχουν ήδη προβείκατ’ ελάχιστον έναν υπάλληλο και έναν αναπληρωτή του που να υπηρετούν στις υπηρεσίες αυτές (εφεξής, υπεύθυνοι επικοινωνίας και σύνταξης καταλόγου), οι οποίοι θα πιστοποιηθούν ως χρήστες του ηλεκτρονικού συστήματος γνωστοποιώντας άμεσα και το αργότερο εντός 15 ημερών από την ημέρα έκδοσης της παρούσας, στη Γ’ Μονάδα Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Αρχής, τα παρακάτω στοιχεία:

• Πλήρη Επωνυμία του Φορέα ή των Φορέων που εποπτεύουν το Φορέα Υπόχρεων (παράδειγμα: Υπουργείο Υγείας, Υγειονομική Περιφέρεια), όπως ρητά αναγράφεται στο Μητρώο της Απογραφής για το Δημόσιο ή στο ΓΕΜΗ για τον Ιδιωτικό Τομέα.

• Πλήρη Επωνυμία Φορέα Υπόχρεων (παράδειγμα: Όνομα Νοσοκομείου), όπως ρητά αναγράφεται στο Μητρώο της Απογραφής για το Δημόσιο ή στο ΓΕΜΗ.

• ΑΦΜ Φορέα Υποχρέων (Παράδειγμα: ΑΦΜ Νοσοκομείου).

• Ταχυδρομική Διεύθυνση (οδό, αριθμό και ταχυδρομικό κώδικα) Φορέα Υποχρέων.

• Δήμο, στον οποίο υπάγεται ο Φορέας Υποχρέων.

• Νομική Μορφή Φορέα Υποχρέων (Δημόσια Υπηρεσία, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ Α’ Βαθμού, ΟΤΑ Β’ Βαθμού, Ανεξάρτητη Αρχή, Εταιρεία κάθε νομικής μορφής – ΑΕ, ΕΠΕ, EE, ΟΕ, IKE – ΝΠΙΔ ή άλλες περιπτώσεις).

  • Ονοματεπώνυμο υπευθύνων (υπεύθυνου/αναπληρωτή) επικοινωνίας και σύνταξης καταλόγου Υπόχρεων για το Φορέα Υπόχρεων. • ΑΦΜ υπευθύνων επικοινωνίας και σύνταξης καταλόγου. • Διεύθυνση και Τμήμα που υπηρετούν οι υπεύθυνοι επικοινωνίας και σύνταξης καταλόγου. • Υπηρεσιακή διακριτή ηλεκτρονική διεύθυνση αλληλογραφίας (e-mail address) για κάθε υπεύθυνο επικοινωνίας και σύνταξης καταλόγου (ή προσωπική δ/νση ηλεκτρονικής αλληλογραφίας – e-mail address-, εφόσον δεν υφίσταται υπηρεσιακό). • Αριθμός σταθερού υπηρεσιακού τηλεφώνου υπευθύνων επικοινωνίας και σύνταξης καταλόγου. • Ταχυδρομική διεύθυνση υπηρεσίας των υπευθύνων επικοινωνίας και σύνταξης καταλόγου.

    Πρότυπο λογιστικό φύλλο συμπλήρωσης στοιχείων φορέων (excel) έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Αρχής (http://www.hellenic-fiu.gr) στην επιλογή «Ανακοινώσεις». Παρακαλούνται οι ως άνω Φορείς σύνταξης καταλόγου Υπόχρεων προσώπων να ακολουθήσουν τις οδηγίες που θα τους αποσταλούν με αυτοματοποιημένο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) μέσω του ενιαίου πληροφοριακού συστήματος “ΠΟΘΕΝ”.

    Έγγραφο με τα ως άνω στοιχεία απαιτείται και στις περιπτώσεις αντικατάστασης πιστοποιημένων χρηστών φορέων υπόχρεων, καθώς και απενεργοποίησης λογαριασμών χρηστών, οι οποίοι για οποιοδήποτε λόγο δεν θα πρέπει εφεξής να έχουν πρόσβαση στην εφαρμογή (π.χ.συνταξιοδότηση, απορρόφηση φορέα, κ.λπ.). Η ανωτέρω διαδικασία ορισμού χρηστών φορέων υπόχρεων, με έγγραφο προς την Αρχή, θα πρέπει να ακολουθείται ακόμη και για χρήστες που έχουν ήδη πιστοποιηθεί από άλλο όργανο ελέγχου Δ.Π.Κ. του ν. 3213/2003 και υποβάλλουν ηλεκτρονικά κατάλογο υπόχρεων προς το όργανο αυτό (π.χ. Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης).

    Επισημαίνεται ότι παρόλο που η υποχρέωση καθενός που αποκτά ιδιότητα που τον καθιστά υπόχρεο σε υποβολή Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. πηγάζει από τις διατάξεις του νόμου, στο πλαίσιο της χρηστής δημόσιας διοίκησης, οι οργανικές μονάδες που έχουν αρμοδιότητα σύνταξης του καταλόγου επιβάλλεται να ενημερώνουν εγκαίρως και ενυπόγραφα όσους συμπεριλαμβάνουν στον κατάλογο.

    Τέλος, οι υπηρεσίες που έχουν την ευθύνη διαβίβασης της παρούσας εγκυκλίου στους εποπτευόμενους από αυτές φορείς, παρακαλούνται να αποστείλουν πλήρη κατάλογο των εποπτευόμενων αυτών φορέων προς τη Γ Μονάδα της Αρχής μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), εντός της ανωτέρω προβλεπόμενης προθεσμίας, στην ηλεκτρονική διεύθυνση pothen@hellenic-fiu.gr.

Σε περίπτωση που διαπιστωμένα ο εποπτευόμενος φορέας είτε δεν έχει υπόχρεα πρόσωπα είτε το πλήθος τους είναι εξαιρετικά μικρό, προτείνεται η συμπερίληψη των εν λόγω υπόχρεων προσώπων στον κατάλογο
του εποπτεύοντα φορέα. 

Τυχόν παράλειψη του κατά περίπτωση αρμόδιου και υπεύθυνου να διαβιβάσει τα ως άνω στοιχεία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 του ν.3213/2013, όπως ισχύει.

 

Σαφάρι κατασχέσεων, ελέγχων και άνοιγμα θυρίδων προβλέπει το σχέδιο που έχει «καταστρώσει» η Ανεξάρτητη Αρχήν Δημοσίων Εσόδων για φέτος.

Το επιχειρησιακό σχέδιο θέτει αυστηρά χρονοδιαγράμματα για μια σειρά από ενέργειες που στην πλειοψηφία τους αποτελούν μνημονιακές δεσμεύσεις της χώρας και έχουν ορίζοντα εφαρμογής έως το τέλος του 2018.

Στο στόχαστρο των φορολογικών αρχών μπαίνουν θυρίδες μεγαλοοφειλετών με στόχο να αυξηθούν τα έσοδα στα δημόσια ταμεία. Σύμφωνα με το σχέδιο προβλέπεται βελτίωση του φορολογικού πλαισίου προκειμένου να μπορούν να ανοίγουν πολύ γρήγορα οι τραπεζικές θυρίδες οφειλετών του δημοσίου για να κατάσχεται το περιεχόμενό τους.

Μέσα στο 2018 η ΑΑΔΕ θέλει να εισπράξει τουλάχιστον 60 δισ. ευρώ από τρέχοντες φόρους της χρονιάς και άλλα 5 δισ. ευρώ από παλαιά και «φρέσκα» ληξιπρόθεσμα.

Το κυνήγι έχει ξεκινήσει εδώ και αρκετό διάστημα, με την τεχνολογία και τα νέα συστήματα διασταυρώσεων να έχουν βοηθήσει σημαντικά στον εντοπισμό

 

περιουσιακών στοιχείων. Ωστόσο η ΑΑΔΕ λαμβάνει καθημερινά πρόσθετα μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει μέρος έστω των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Το «κυνήγι» όμως δεν περιορίζεται μόνο στους μεγάλους οφειλέτες αλλά και στους μικρούς, που χρωστούν ακόμη και λίγα ευρώ. Μόνο μέσω των ακατάσχετων λογαριασμών που πρέπει να δηλωθούν στην Εφορία και στην τράπεζα και για περιορισμένα ποσά όσοι χρωστούν στο Δημόσιο μπορούν να αποφύγουν την κατάσχεση χρημάτων.

Ακίνητα: Επτά ερωτήσεις – απαντήσεις για το Ε9

Αναλυτικό οδηγό με 7 ερωτήσεις και απαντήσεις αναφορικά με το Ε9 αλλά και το τι είναι η αναβλητική ή… διαλυτική αίρεση εξέδωσε η επιστημονική ομάδα του taxheaven.

Συγκεκριμένα:

1. Tι είναι οι αιρέσεις

Δεν αρκούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη για να ερμηνεύουμε εκ των υστέρων τους όρους μιας σύμβασης.
Τα αποτελέσματα μιας σύμβασης μπορεί να εξαρτώνται από μερικούς όρους ή προϋποθέσεις που ορίζουν τα δύο μέρη που πρέπει να ισχύσουν μελλοντικά (μπορεί να είναι και αβέβαια, αν θα συμβούν) για την υλοποίηση της μεταξύ τους συμφωνίας Οι όροι και οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι «αιρέσεις».

Οι αιρέσεις είναι δύο κατηγοριών:

 

→ Η Αναβλητική Αίρεση

→ Η διαλυτική Αίρεση

2. Στην αναβλητική αίρεση: τα αποτελέσματα της συμφωνίας (δικαιοπραξίας) παράγονται και αρχίζουν να ισχύουν αμέσως μόλις συμβούν γεγονότα μελλοντικά και αβέβαια. Λέμε τότε ότι έγινε η πλήρωση της αίρεσης Α.Κ. 201.

Το αποτέλεσμα της δικαιοπραξίας με αναβλητική αίρεση για να αρχίσει, πρέπει να συμβεί στο μέλλον το προκαθορισμένο γεγονός. Και τότε αρχίζει η υποχρέωση για την αναγραφή του ακινήτου στο Ε9.

….. Ο κληρονόμος θα αποκτήσει την περιουσία μόνο εάν και μόλις συμβεί το προκαθορισμένο γεγονός ……

….. Ο αγοραστής ενός ακινήτου θα αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου μόνο όταν εξοφλήσει όλες τις δόσεις ………….

Διαθήκη: Πότε ισχύει η αναβλητική αίρεση

Η διάταξη διαθήκης που εξαρτάται από αναβλητική αίρεση, σε περίπτωση αμφιβολίας ισχύει μόνον αν ο τιμώμενος με τη διάταξη αυτή (δηλαδή ο κληρονόμος ή ο κληροδόχος) ζει όταν πληρωθεί η αίρεση και οι προϋποθέσεις της αναβλητικής αίρεσης. Α.Κ. 1797

(Θα πάρεις την κληρονομιά μόνο αν παντρευτείς την Μαρία στο μέλλον ………)

Δωρεά αιτία θανάτου: πότε ισχύει η αναβλητική αίρεση

Δωρεά αιτία θανάτου είναι η δωρεά που συμφωνείται υπό την αναβλητική αίρεση ότι θα προαποβιώσει ο δωρητής, ή ότι θα συναποβιώσουν οι συμβαλλόμενοι (δωρητής και δωρεοδόχος), χωρίς ο δωρεοδόχος να έχει στο μεταξύ την απόλαυση του δωρηθέντος ή των δωρηθέντων. Α.Κ.2032

E9: Κληρονόμος με διαθήκη, βεβαρημένος με καταπίστευμα.

Υποχρέωση υποβολής δήλωσης Ε9 κληρονόμου βεβαρημένου με καταπίστευμα και καταβολή φόρου ΕΝ.Φ.Ι.Α.

Εγκατάσταση κληρονόμου με αναβλητική αίρεση ή διαλυτική αίρεση

Για τα ακίνητα που περιέρχονται κατά πλήρη κυριότητα σε ορισμένο πρόσωπο κατά κληρονομική διαδοχή, ο εκ διαθήκης κληρονόμος έχει υποχρέωση υποβολής δήλωσής τους στο Ε9 για το οικείο έτος, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην περίπτωση δ της παραγράφου 1 του άρθρου 23 του ν.3427/2005, όπως ισχύει.

Όσον αφορά τη φορολόγηση των συγκεκριμένων ακινήτων ο εκ διαθήκης κληρονόμος είναι υποκείμενο του φόρου σύμφωνα με την περίπτωση γ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.4223/2013 περί Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων. Τα παραπάνω ισχύουν και στην περίπτωση κληρονόμου βεβαρυμένου με καταπίστευμα εφόσον σε αυτόν έχει μεταβιβαστεί η πλήρης κυριότητα. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ο πλήρης κύριος υποχρεούται στην καταβολή του συνολικού ΕΝΦΙΑ που βαρύνει το ακίνητο κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του.

Συνεπώς, ο βεβαρημένος για όσο διάστημα έχει την πλήρη κυριότητα ακινήτων οφείλει να τα αναγράφει στη δήλωση στοιχείων ακινήτων ως πλήρης κύριος αυτών και όχι ως επικαρπωτής, και να καταβάλει τον ανάλογο φόρο. Υπ. Οικ. ΔΕΦΚ Α 1133627/14.09.2016

Σημείωση: Καταπίστευμα είναι η περιουσία που αποκτά κάποιος με την βούληση του διαθέτη-θανόντος. Είναι «προσωρινή κληρονομιά» αφού στην περίπτωση του καταπιστεύματος υποχρεώνεται ο κληρονόμος ή ο κληροδόχος να παραδώσει την κληρονομιά σε άλλον, μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα, ή μετά από κάποιο γεγονός.

Στην διαλυτική αίρεση: τα αποτελέσματα της συμφωνίας (δικαιοπραξίας) ανατρέπονται, παύουν να ισχύουν αμέσως μόλις συμβούν γεγονότα μελλοντικά και αβέβαια. Λέμε τότε ότι έγινε η πλήρωση της αίρεσης στην δικαιοπραξία.. Επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση που υπήρχε πριν από την υπογραφή της σύμβασης. Α.Κ. 202

Αυτή είναι η διαλυτική αίρεση και τα αποτελέσματά της παύουν από ορισμένο χρονικό σημείο (διαλυτική προθεσμία).

Η διαλυτική αίρεση δεν αναβάλλει, αλλά ανατρέπει την ενέργεια της δικαιοπραξίας, αν τυχόν, όταν και εφόσον συμβεί γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο και με αυτό, επανερχόμαστε στην προηγούμενη, πριν από τη δικαιοπραξία, κατάσταση.

…..Ο κληρονόμος αποκτά την κυριότητα της περιουσίας του από την αρχή αλλά θα την χάσει στο μέλλον εάν συμβεί κάτι …………. που τίθεται ως όρος στο συμβόλαιο…..
…..Ο αγοραστής ενός ακινήτου θα αποκτήσει την κυριότητα του πριν εξοφλήσει τις δόσεις του και θα την χάσει, εκ των υστέρων, μόνο εάν δεν εξοφλήσει τις δόσεις αυτές ………….

…. Αν η έγκριση ή όχι του αγοραστή αναφέρεται στην αντικειμενική χρησιμότητα πράγματος, που πωλήθηκε για ορισμένο σκοπό ή στην ύπαρξη ορισμένων ιδιοτήτων ή προκειμένου π.χ. για μηχάνημα «αν ευρεθεί ότι λειτουργεί καλώς», τότε η έγκριση ή όχι εξαρτάται από αντικειμενικά κριτήρια, και ο αγοραστής δεσμεύεται στο να εγκρίνει, όταν το αποτέλεσμα της δοκιμής είναι αντικειμενικά θετικό, οπότε δεν

 

 

 

 

πρόκειται για πώληση με δοκιμή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά για πώληση υπό διαλυτική αίρεση (άρθ. 202 ΑΚ), ότι το πράγμα που πωλείται θα είναι κατάλληλο για ορισμένη χρήση ή θα λειτουργεί καλώς

3. Αθροιστικές ή διαζευκτικές αιρέσεις

Οι αιρέσεις μπορεί να είναι «αθροιστικές» ή «διαζευκτικές» δηλαδή να είναι πολλές μαζί που πρέπει να ληφθούν υπόψη, ή να πρέπει να ληφθεί υπόψη και να ισχύσει μια μόνο από αυτές.

4. Αιρέσεις ακατανόητες, αντιφατικές, ανήθικες κ.λπ.

Οι αιρέσεις που είναι ακατανόητες ή αντιφατικές ή που προσδίδουν παράνομο ή ανήθικο περιεχόμενο στην δικαιοπραξία είναι άκυρες. Α.Κ 208.

5. Αιρέσεις εξουσιαστικές

Εξουσιαστικές είναι οι αιρέσεις που η πραγματοποίησή τους εξαρτάται από την μελλοντική συμπεριφορά των δικαιοπρακτούντων μερών.

Παράδειγμα: Η πώληση υπό δοκιμή (513 και 563 Α.Κ.), στην οποία η τελική ισχύς της εξαρτάται από το εάν ο αγοραστής την εγκρίνει ή όχι. Η επέλευση των αποτελεσμάτων της, σε περίπτωση αμφιβολίας, τελεί υπό την αναβλητική εξουσιαστική αίρεση της έγκρισης του αγοραστή.

Ο αγοραστής, είναι απόλυτα ελεύθερος να εγκρίνει ή όχι την πώληση (άρθ. 563 εδ. β΄ ΑΚ), χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση, και χωρίς να υποχρεώνεται να δοκιμάσει προηγουμένως το πράγμα.

Η εν λόγω ελεύθερη κρίση του δεν προϋποθέτει, ούτε την ύπαρξη ή απουσία οποιωνδήποτε ιδιοτήτων ή ελαττωμάτων του πράγματος, και επομένως ο αγοραστής μπορεί να αποκρούσει την πώληση, έστω κι αν δεν προέβη σε εξέταση ή δεν διαπίστωσε την ύπαρξη ελαττωμάτων.

6. Ποιες δικαιοπραξίες δεν επιδέχονται αιρέσεις

Δεν επιδέχονται αιρέσεις ο γάμος, η υιοθεσία, η αποδοχή κληρονομίας κ.ά.

7. Η διαφορά μεταξύ της αναβλητικής και της διαλυτικής αίρεσης

Στην αναβλητική αίρεση, που αναγράφεται στο συμβόλαιο μεταβίβασης ακινήτου, δεν μεταβιβάζεται η κυριότητα ενός ακινήτου εξ αρχής στον αγοραστή και τίθεται ο όρος της αναβλητικής αίρεσης, ούτως ώστε, εάν δεν εξοφλήσει ο αγοραστής όλες τις οφειλόμενες δόσεις, δεν θα αποκτήσει τελικά την πλήρη κυριότητα του ακινήτου (με όλα τα νομικά και οικονομικά επακόλουθα).

Μόλις ο αγοραστής εξοφλήσει τις οφειλόμενες δόσεις, τότε μπορεί είτε με αυτοσύμβαση είτε με σύμπραξη του πωλητή να συντάξει συμβολαιογραφική πράξη μεταβίβασης οριστικά της πλήρους κυριότητος στο όνομά του.

Το Ε9 στην περίπτωση της αναβλητικής αίρεσης θα υποβάλλει ο πωλητής

Έτσι λοιπόν ο πωλητής θα αναγράφει το ακίνητο στο Ε9 μέχρι να εξοφληθούν οι δόσεις από τον αγοραστή και από την ημερομηνία της αυτοσύμβασης το ακίνητο θα γράφεται στο Ε9 μόνο από τον αγοραστή.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΜΕ ΑΝΑΒΛΗΤΙΚΗ ΑΙΡΕΣΗ

• Η κατακύρωση του πλειστηριασμού στον υπερθεματιστή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της προσκόμισης των στοιχείων που αναφέρονται στην απόφαση κατακύρωσης.

• Η μεταβίβαση ακινήτου και η διατήρηση από τον πωλητή της κυριότητός του, μέχρι να εξοφλήσει ο αγοραστής ολοσχερώς το τίμημα που πιστώθηκε. Α.Κ. 532

Π.χ. Συμβόλαιο αγοράς ακινήτου 10-1-2017 με δόσεις μέχρι 31/12/2018. Άρα: Χρόνος κτήσης της κυριότητος είναι η 31/12/2018.

Στην διαλυτική αίρεση μεταβιβάζεται η κυριότητα του ακίνητου εξ αρχής στον αγοραστή με την αίρεση ότι, εάν συμβεί στο μέλλον κάποιο γεγονός που ανατρέπει το επιθυμητό αποτέλεσμα, τότε επανέρχεται αυτομάτως η προηγούμενη κατάσταση που υπήρχε πριν από την υπογραφή της σύμβασης.

Στην περίπτωση αυτή οι ο αγοραστής θα αναγράφει το ακίνητο στο Ε9 από την ημερομηνία υπογραφής του συμβολαίου και μόνο εάν δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις του θα χάσει την κυριότητα του ακινήτου το οποίο θα γραφεί στο Ε9 από τον πωλητή.

Το Ε9 στην περίπτωση της διαλυτικής αίρεσης θα υποβάλλει ο αγοραστής.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΜΕ ΔΙΑΛΥΤΙΚΗ ΑΙΡΕΣΗ

Σε περιπτώσεις κτήσης ακινήτου δυνάμει μεταβιβαστικού συμβολαίου, στο οποίο έχει τεθεί διαλυτική αίρεση ή προθεσμία, ως χρόνος κτήσης του ακινήτου θεωρείται ο χρόνος κατάρτισης του οικείου συμβολαίου.

Π.χ. μεταβίβαση ακινήτου και μεταβίβαση της κυριότητος στον αγοραστή με την ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ότι, αν ο αγοραστής δεν καταβάλλει το τίμημα μέσα στην ταχθείσα συμφωνία, το ακίνητο θεωρείται αναγόραστο, δηλαδή η κυριότητά του επανακάμπτει στον πωλητή.